Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Πανκ, αστέρια, αρβύλες, ζωή



Ένοιωθα το πόδι μου ν' αχρηστεύεται σιγά σιγά. Και οι αρβύλες δεν βοηθούσαν στο να γιατρευτεί η πληγή... Μα δεν μπορούσα να κάνω κάτι, ήμουν ήδη στην αποβάθρα και περίμενα το μετρό. Κι ήταν και αυτές οι κυρίες που με κοιτούσαν με περίεργο μάτι...

Στο τρένο χάλασε το ένα μου ακουστικό. "Τέλεια...". Κόσμος μπαινόβγαινε.
Πανόρμου, Κατεχάκη...
Σηκώθηκα για να κάτσει ένας παππούς. Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με δυο γαλανά μάτια. Μέγαρο Μουσικής, Ευαγγελισμός... 
Συνεχίσαμε να κοιταζόμαστε.
Σύνταγμα.
Αυτό ήταν, κατεβήκαμε κι οι δύο. Μπερδεύτηκα και πήγα προς Ελληνικό. Τον έχασα.

Πλατεία Συντάγματος, δειλινό. Σκεϊτάδες, μετανάστες, Αθήνα.
Ξεκίνησα να κατεβαίνω την Ελευθερίου Βενιζέλου. Σκοτείνιαζε. Περίεργα βλέμματα, πιωμένοι παππούδες, ξινές γυναίκες με ψώνια στα χέρια, ξυπόλυτοι μετανάστες... Αθήνα. Είχα αρχίσει να φοβάμαι (φόβοι - κατάλοιπα των μικροαστικών προκαταλήψεων). Τάχυνα το βήμα μου. Κι άλλα βλέμματα πάνω μου... Σχεδόν έτρεχα, λαχανιασμένη πλέον. Και το πόδι μου να με πεθαίνει...
Έστριψα στη Θεμιστοκλέους. Σκοτάδι. Οι αισθήσεις μου σε επιφυλακή. Ξάφνου, μπροστά μου είδα μια αντρική κοτσίδα. "Αδύνατον..." ψέλλισα. Τον πλησίασα. Μόλις αντίκρισα τα μάτια του, μόνο που δεν τον φίλησα. Γέλασε. "Ήθελα να σου μιλήσω στο μετρό..." μου είπε. Του είπα πως πήγαινα πλατεία Εξαρχείων. Περπατήσαμε μαζί ως εκεί.

"Από πού βγαίνει το Φένια;"
"Απ'το Φωτεινή"
"Φωτεινή, απόψε φώτισες τον κόσμο μου"

Ο σχεδόν άγνωστος αυτός Μιχάλης, μου 'χε φτιάξει το κέφι και είχε διώξει μακριά κάθε ανησυχία. Φτάσαμε πλατεία. Αποχαιρετηθήκαμε ανταλλάζοντας κινητά.

Στην πλατεία με περίμενε ένας φίλος. Μέσα από σκοτεινά σοκάκια, φτάσαμε σπίτι του. Άφησα τα πράγματά μου, προσπάθησα να φτιάξω την πληγή στο πόδι μου -η οποία στο εντωμεταξύ είχε χειροτερέψει- και φύγαμε για τη συναυλία.
"7 sins" το μαγαζί. Οι επτά αμαρτίες...

Πανκ και μπουνιές: ο πιο αρμονικός χορός. Βγαίνοντας, δεν ένιωθα το πόδι μου. Μα γελούσα...
Αράξαμε έξω. Καπνός, κίτρινος φωτισμός, συζητήσεις ερχόμενες απ' την παρέα μου.
Πήγαμε για φαγητό. Πεινούσαμε απίστευτα. Μετά από αρκετό περπάτημα, φτάσαμε στον παράδεισο των μπέργκερ. Ύστερα από τσιγάρα και ιδρώτα, η πείνα ήταν επόμενη. Κάτσαμε στην πλατεία Κολοκοτρώνη. Αθήνα...
Ένα παιδί μας μίλησε για μια εφαρμογή στο κινητό, σαν κρυμμένο θησαυρό ένα πράμα. "Υπάρχουν κρυμμένα κουτιά σ' όλο τον κόσμο, με διάφορα αντικείμενα μέσα. Η εφαρμογή σου λέει πιο κουτί είναι πιο κοντά σε σένα, και σου δίνει στοιχεία και γρίφους και να το βρεις".
Η ώρα τρεις. Η Ερμού άδεια. Το κουτάκι μας ήταν στο Μοναστηράκι. Η πλατεία έρημη... Τι ομορφιά!
Δεν το βρήκαμε ποτέ.

Κατά τις τέσσερις γυρίσαμε Εξάρχεια. Μπήκαμε σπίτι αθόρυβα, αλλάξαμε και κάτσαμε στον υπολογιστή. Πολλά και τίποτα συνέβησαν ως την αυγή.
Το μεσημέρι ξύπνησα στον καναπέ του υπνοδωματίου μόνη, με τους φακούς επαφής στα μάτια και το κινητό στην παλάμη.
Δεν ήθελα να σηκωθώ -θα έπρεπε να αφήσω πίσω μια όμορφη μέρα και μια απίστευτη νύχτα, για να αντιμετωπίσω τις επιπτώσεις του παρόντος.
Μα κάτω με περίμενε ζεστός καφές, και το τρένο στη Βικτώρια...



Τρίτη, 26 Νοεμβρίου 2013

Αλλαγή φρουράς



Ορκίζομαι πως γύρισα πίσω στο σώμα μου. Νοιώθω το αίμα να ρέει στα ακροδάκτυλά μου, μπορώ και συλλαβίζω κουβέντες δικές μου. Επιτέλους!!! Ω, επιτέλους...
Είμαι δική μου: πιο φρέσκια από ποτέ, πιο αποφασισμένη από ποτέ, πιο χαρούμενη από ποτέ...
Δεν ξέρω αν με γιάτρεψε το αεράκι, ο Νίκος ή ο Δεληβοριάς, όμως είμαι θεραπευμένη.

Απόψε ο ουρανός ήταν κόκκινος.
Με καλωσόριζε, είμαι σίγουρη...

Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

Η τρέλα μου



Κοιτάω πίσω στο χειμώνα, και όλα είναι γκρίζα. Πονεμένα, ίσως.
Κουκούλες για να με προστατεύσουν απ' το κρύο, κίτρινος αστικός φωτισμός να με κουράζει καθώς γυρνάω αργά απ'το φροντιστήριο, μουσκεμένα παπούτσια...
Με θυμάμαι να διαβάζω γυμνή, ενώ έξω ακούγονταν κεραυνοί/ Την οικογένειά μου γύρω από το τζάκι να συζητάει... Μεσημέρια όλο βιάση με μισό πιάτο φαΐ και αυτό γεμάτο άγχος να προλάβω. Να προλάβω... Να προλάβω...
Τσακωμοί έως κλαμάτων με καθηγητές, και άκυρα ξεσπάσματα συνειδητοποίησης της σαπίλας του συστήματος. Αρχαίες κλίσεις, παραγοντοποίηση, ισπανικά... Όλα ένα κουβάρι. Και όλοι να περιμένουν κάτι από μένα! Ένα όμορφο κείμενο, έναν καλό βαθμό, συνέπεια, διάβασμα, σωστή διαγωγή, αποφάσεις...
ΜΑΛΑΚΙΕΣ.
Κι όμως, να συνεχίζω να λέω πόσο όμορφη είναι η ζωή και πόσο γλυκός ο δρόμος...

Τετάρτη, 20 Νοεμβρίου 2013

Μεταμεσονύκτιες σκέψεις



Τη στιγμή που θα περάσω Ψυχολογία στη μαγεμένη πόλη της Ελλάδας (μία είναι), θα ξεκινήσω να ζω.

Θα πάω με το μπαμπά να βρούμε διαμέρισμα. Ένα μικρούλι, πολύ μικρούλι... Με μπάνιο που θα 'χει παλιά υδραυλικά κι ένα μικρό παραθυράκι πάνω απ'τη λεκάνη. Και θα μυρίζει πάντα λεβάντα...
Η κουζίνα θα 'ναι απ'τις παλιές. Και θα 'χει ράφια ως την οροφή, που σιγά σιγά θα γεμίζουν τσάγια και μπαχαρικά. Θα 'χω κι ένα μικρό ψυγείο, γεμάτο χυμούς, σοκολάτες και μπύρες.
Σαλόνι δε θα χρειάζομαι. Μόνο ένα δωμάτιο που θα μπει το στρώμα μου με ριχτές κουβέρτες από πάνω. Θα 'χει κι ένα μικρό τραπεζάκι, και μαξιλάρια γύρω του. Αυτό το δωμάτιο θα 'ναι κόκκινο (το θερμό κόκκινο, όχι το τρομαχτικό) και ο τοίχος θα 'ναι καλυμμένος με φωτογραφίες. Και θα μυρίζει καφέ...
Φυσικά, θα 'χω βιβλιοθήκη (το μόνο μεγάλο έπιπλο του σπιτιού), που σιγά σιγά θα γεμίζει βιβλία και σελίδες κειμένων...
Τις πρώτες μέρες θα σεργιανώ τις γειτονιές και θα χάνομαι, ώσπου να σουρουπώσει. Θα μάθω απ' έξω τα χρώματα του βορινού αυτού ηλιοβασιλέματος και θα τ' απαριθμώ κάθε πρωί στο μπαμπά... Και το σεργιάνι δεν θα σταματήσει μέχρι να νιώσω την πόλη δική μου.
Και θα βρω και μια δουλειά, να 'μαι ανεξάρτητη βρε αδερφέ. Οτιδήποτε. Οτιδήποτε θα μπορέσει να στηρίξει τα όνειρά μου.
...Σαν ξεκινήσει η σχολή, θα προσπαθήσω να δω με καλό μάτι το σύστημά τους. Ξέρω πως δεν θα τα καταφέρω τελικά, μα η αισιοδοξία είναι ο μισός αγώνας λένε! Θα χαμογελώ στους πάντες, μεγάλους και μικρούς, μπας και τους φτιάξω τη μέρα...
Και κάπου κάπου, θα μ' επισκέπτεται κι εκείνος, με χιονισμένο παλτό απ' το γερμανικό χιόνι. Θα γελάμε, θα χαιρόμαστε που πραγματοποιήσαμε τ' όνειρό μας. Θα του βάζω Αγγελάκα, κι εκείνος ψευτοεκνευρισμένος θα το αλλάζει σε Ψυχοδράμα. Και θα με παίρνει αγκαλιά και θα με ξαπλώνει στο στρώμα, λέγοντας πάλι κάποιο ανεπιτυχές αστείο, ενώ παράλληλα θα με γδύνει για να 'χει δικαιολογία να με ζεστάνει μετά. Και το πρωί, θα με μπουκώνει με κρουασάν, θ' ανοίγει το παράθυρο και 'γω θα λέω ψιθυριστά πόσο πιο όμορφος είναι απ' τον ήλιο...


γραμμένο ένα θυμωμένο βράδυ του σεπτέμβρη

Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2013

Τωρινό κάποτε



Μου είπε να του τηλεφωνήσω. Έκπληξη.
Κάπως έτσι ξεκίνησε πραγματικά η βραδιά μου...
Η επιβεβαίωση της ευτυχίας του και η ανάγκη μου να είναι καλά, μας οδήγησαν σε συζητήσεις ωρών. Ξάφνου, σαν όλο μου το καλοκαίρι να απέκτησε νόημα. Λες και κάθε του τότε κίνηση, μέσω της οποίας νόμιζα πως ήθελε να με πληγώσει, υπονόμευε πως τελικά ακόμα μ' αγαπάει. Άρχισα να του λέω πως μου λείπει. Πως θέλω να κοιμηθούμε μαζί. Πως ζήλευα. Κι όλα έβγαιναν τόσο αβίαστα από μέσα μου. Λες και, αυτή η κουβέντα ήταν προβαρισμένη άπειρες φορές...

Έκλεισα με το πιο καθαρό σ'αγαπώ που θα μπορούσα ποτέ να έχω πει.


Τσούζουν τα μάτια μου. 

Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Σαν τους Μπελογιάννη - Παππά



-Τι θες να 'χει μέσα; με ρώτησες.
-Μια κουζίνα. Και μια αίθουσα για προβολές ταινιών... Α, κι έναν κηπάκο! Να φυτεύουμε όλοι... Και μια βιβλιοθήκη να 'χει..., απάντησα μετά από σκέψη, ενώ η εικόνα ήδη σχηματιζόταν στο μυαλό μου.
-Θα 'χουμε αίθουσα για προβολές και συζητήσεις, και πολιτικό καφενείο. ...Τον κηπάκο τι τον θες; Ολόκληρο πευκοδάσος θα 'χουμε! Μπορώ να μας φανταστώ να καθόμαστε στο σαλόνι και να συζητάμε, να ερχόμαστε πιο κοντά με τους συντρόφους... Εγώ πάντα θα κάθομαι στον καναπέ!
-Και 'γω σε κάτι μαξιλαράκια, δίπλα στον καναπέ...
-Θα κάθεσαι δίπλα μου, θα 'ναι μεγάλος ο καναπές. Και θα 'χουμε κι ένα πουφ, για τις όμορφες νύχτες.


Αυτή θα 'ναι η κατάληψή μας. 
Αυτός θα 'ναι ο έρωτάς μας.

 Είπαν κάποτε δύο ρομαντικά παιδιά, ένα βράδυ που το καλοκαίρι δεν έλεγε να τελειώσει...

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Στα οδοφράγματα



Καθώς πετούσε το μπουκάλι, τα μάτια του έλαμπαν. Ήξερα πως τον ερωτευόμουν καθώς κοιταζόμασταν ενώ φωνάζαμε συνθήματα. Και όσο περισσότερο τσακωνόταν με τους γύρω μας, τόσο πιο πολύ τον λάτρευα, ακόμα και αν τον παρακαλούσα να ηρεμήσει.
"Κινηματικός έρωτας!" σκεφτόμουν συνέχεια.
Και με μισούσα που δεν τον είχα ανακαλύψει πιο πριν.

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

"Θα 'ναι αργά, μεσάνυχτα, και θα 'χεις κουραστεί..."



Δεν έχουν περάσει καλά καλά είκοσι τέσσερις ώρες, κι όμως μου λείπει η τουριστική πόλη των αιώνιων διακοπών μου.
Κυρίως μου λείπουν οι άνθρωποι. Νομίζω τουλάχιστον...
Ίσως δεν νοσταλγώ την κλειστομυαλιά των πολλών, μα σίγουρα αναζητώ τα μαγικά δειλινά με τους λίγους.
Αθώες στιγμές, χαλαρές κουβέντες, έντονα συναισθήματα...

Η Μαρία έχει από τα ομορφότερα πρόσωπα που 'χω δει. Αγγελικό, ήρεμο. Περνούσαμε ώρες ολόκληρες στο λιμάνι, χορεύοντας ή βλέποντας το φεγγάρι, ενώ προσπαθούσα να της βγάλω από το μυαλό το διάβασμα. Κορίτσι με ομορφιά ψυχής και σώματος...
Κι ύστερα, ήταν ο Σάκης και ο Θόδωρος. Η παρέα της γέφυρας... Και οι δυο απ'την Πτολεμαΐδα, και οι δύο γητευτές του καινούριου και της περιπέτειας. Μεσήλικας ο ένας, στα πρόθυρα της νιότης του ο άλλος, γύριζαν την Ελλάδα με μόνο εισόδημα τα χρήματα απ' τις ζωγραφιστές πέτρες που δημιουργούσαν. Με συντροφιά τη κιθάρα, την τέχνη τους και το φεγγάρι, περάσαμε μαζί ώρες γεμάτες συζητήσεις και μουσική.
Τα βράδια, πριν πάω σπίτι, περνούσα απ' το εστιατόριο που δούλευαν η Τζοάννα και ο Μάνος, τα δυο αδέρφια, και τους έκανα παρέα μέχρι να σχολάσουν, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα το σύνηθες κέρασμά μου: νερό με κριθαρένιο ψωμί και βούτυρο.
Κι ήταν και το κοριτσάκι μου, η γεμάτη καπνούς Μαρκήλια. Ο άνθρωπος που με έκανε να γελάω, που ξυπνούσε τον κάφρο μέσα μου. Που κατεβάζαμε μπύρες λες και είμασταν τρύπια χωνιά. Που χορεύαμε σε ανύπαρκτους ρυθμούς, περνώντας καλά με το τίποτα. Το κοριτσάκι μου...
Ας μην μιλήσω για τις πολύωρες βουτιές στις αμέτρητες παραλίες της πόλης, με τα παιδιά και την κιθάρα μας. Ήταν ένα αγόρι, ο Πέτρος, που το 'παιζε σκληρός σ'όλες τις κοπέλες. Φάνταζε κρύος και ψυχρός, μα αυτό δεν ήταν τίποτα παραπάνω από αυτοάμυνα...
Περάσαμε το βράδυ των γενεθλίων μου σε μια μικροσκοπική παραλία με κοφτερά βότσαλα. Ανάψαμε κεράκια, παίξαμε πολλή κιθάρα, χαθήκαμε στη νυχτερινή θάλασσα...

Ναι, μέρες όμορφες, μοσχομυριστές.
Γεμάτες εφηβεία. Γεμάτες έρωτα να πλανιέται στον αέρα...
Μέρες ηλιόλουστες, δροσιστικές όσο ένα ποτήρι κρύο νερό στη μέση της νύχτας.

Εν τέλει, παρά τους αρχικούς μου δισταγμούς, ήταν ένα καλοκαίρι ήρεμο και χαλαρωτικό. Μέσα από περίεργες συμπεριφορές, άυπνα βράδια και τεμπέλικα μεσημέρια, βρήκα τον εαυτό μου. Γιατί, τον χειμώνα, αλλάζοντας δέρμα, ξέχασα να ξεκουραστώ, η ανάπαυση είχε σβηστεί απ' το πρόγραμμά μου.

Το φετινό καλοκαίρι, μύριζε γιασεμί...

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Σελίδα από το ημερολόγιό της



10/2/2013 
22:35

Δύο ήταν εξαρχής οι στόχοι που και να επιτυγχάνονταν δεν θα χαλούσαν την αποπόρνευση: ο Νικόλας, και ο Νίκος.

Ο Νικόλας, λοιπόν...

Βγήκαμε απόψε. Πήγαμε Βραχάκια. Όταν τον είδα... Ήταν όπως τότε: όμορφος, με υπέροχα μάτια και χαοτικό χαμόγελο. Κάτσαμε και χαζεύαμε την πόλη, ενώ κάπνιζε. Μετά από λίγο, με φίλησε. Λάτρευα τον τρόπο που ο καπνός του μοιράστηκε στα δύο μέσω των ανασών μας. Κάθε επαφή της σάρκας του με τη δική μου, με αναζωογονούσε. Ξαφνικά, όλα έγιναν πιο ζεστά. Τα πάντα πέρασαν στην ατέρμονη θολούρα του περιθωρίου. Και στο κέντρο αυτός: τα χείλη του, τα μάτια του, το μούσι του, το τσιγάρο του. Η κάθε στιγμή μοναδική. Περπατούσαμε με κατεύθυνση το Μοναστηράκι ενώ τα βήματά μας διακόπτονταν από φιλιά. Πήγαμε Θησείο. Κάποιος πλανόδιος, αρκετά μακριά, έπαιζε γνωστούς σκοπούς. "Είναι Ρόδες, ακούς;" Τρέξαμε να προλάβουμε το μετρό. Το χάσαμε, προφανώς... Λίγα χάδια στο σταθμό, συζήτηση για το εικοσιπεντάχρονο δερμάτινό του... Είχα γείρει το κεφάλι μου στον ώμο του. 
Υποκρινόμουν πως δεν ήξερα πως δεν θα τον ξαναδώ.
Υποκρινόταν πως θα με ξαναέβλεπε. 
Στο βαγόνι καθίσαμε ο ένας αντικριστά του άλλου, αφού δίπλα του καθόταν ένας παππούλης. Πόσο ευχόμουν να κατέβαινε... Πού να 'ξερε πως μου στερούσε πολύτιμα λεπτά μαζί του! Τον έτρωγα με τα μάτια μου, η γυναίκα απέναντι σαν να με συμπονούσε. Μα τόσο πολύ φαινόταν πως τον ήθελα;
Περίμενε μαζί μου να έρθει το μετρό για Αεροδρόμιο. 7 λεπτά αποχαιρετηστήριων φιλιών. Άουτς...
Και τώρα;
Ξέρω πως δεν θα τον ξαναδώ. 
Ίσως πονάω λιγάκι, μα όχι τόσο όσο εκείνη, την πρώτη φορά.

Γεια σου Νικόλα...