Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Μεθύσι



Πόσες φορές έκανα εμετό; Δύο; Τρεις;
Μπύρα, σαμπάνια, βότκα -μπορεί και τεκίλα, δε θυμάμαι. Όλα γύριζαν. Τα πόδια μου ήταν σαν από πλαστελίνη. Τα πάντα φάνταζαν λογικά, ακόμα και το να πέσω απ' το μπαλκόνι.
Σκόρπιες σκηνές. Πολύς εμετός.

Είμαι ξαπλωμένη στον καναπέ.
"Φενάκι..." ακούω τη φωνή του.
Πολλοί είναι από πάνω μου. Τον ζητάω. Σαν ήρθε, άρχισα επιτέλους να νιώθω ασφαλής. Με είχε αγκαλιά. "Φύγε αν θες..." ψελλίζω. "Δε θέλω να φύγω..." απαντάει. Και μετά πάλι μαύρο. Τίποτα δεν μοιάζει αληθινό. Μιλούσα, μιλούσα... Ούτε που ήξερα τι έλεγα. Λάθη. Επαναλήψεις. Μα όντως, τα εννοούσα. Πιομένες λέξεις, νηφάλιες σκέψεις, λένε. Έτσι είναι.
Η διαδρομή ως το σπίτι μοιάζει ατελείωτη. Γιατί δε μπορώ απλώς να διακτινιστώ; Φτάνω. Τα ρούχα μου είναι χάλια. Αρβύλες, ζώνη, καλσόν, τζιν... Τα πάντα.
Και τώρα τι;

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Η μπαλάντα των συναισθηματικών μεταπτώσεων



Τ' ανείπωτα λόγια μου όταν σε κοιτάω ακούγοντας τη βροχή να πέφτει,
είναι το χώμα που θα με θάψει.
Και το αδιάφορο βλέμμα σου όταν βρισκόμαστε σε απόσταση αναπνοής,
είναι ο κάλυκας μπηγμένος μέσα μου.
Οι μπερδεμένες σου μπούκλες που δεν μπορώ με τίποτα να ξεμπερδέψω,
είναι το φαρμάκι.
Και τα σύννεφα που τόσο άτσαλα μας σκεπάζουν, είμαι εγώ. 

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Θα μείνω



Το πρώτο που πρόσεξα πάνω του, ήταν τα μάτια του. Σκούρα και πανέμορφα.
(Άγρια γαλήνη).
Και ύστερα, λίγες μέρες αργότερα, τα χέρια του. Τότε ήταν που είπα στον εαυτό μου να τον ξεχάσει, γιατί δεν θα τον είχα ποτέ.
("Ποιος ο λόγος να στεναχωριέμαι...")
Τον παρατηρούσα άθελά μου για μέρες. Γέλια και τρεξίματα πέρα δώθε στο προαύλιο, μια παιδική ομορφιά που βιαζόταν να πάρει την ενήλικη μορφή της.
Κι όμως, ένα κατακόκκινο ΣΤΟΠ, μου έφραζε κάθε έξοδο συναισθημάτων.
Φόβος...

Κι ύστερα, απλώς μ' έβαλε στο ομορφότερο ταξίδι που 'χα κάνει ως τότε.
Μου χαμογέλασε. Ρώτησε τη γνώμη μου. Ψιθύρισε τ' όνομά μου. Ξαναχαμογέλασε. Όλα ήταν τόσο καινούρια... Με άγγιξε. Ξημέρωσε. Νύχτωσε. Με γαμούσε το στομάχι μου. Συζητήσεις, λέξεις, φράσεις, αντίο... Καλημέρα! Μυρίζουμε κρασί. Τα Εξάρχεια είναι ζεστά. Ντρεπόμαστε... Και ναι, όνειρο. Όνειρο μαζί. Και εφιάλτης, συνάμα. Λόγια, λόγια, λόγια... Χειμώνας γεμάτος άνοιξη. Φιλιά με γεύση υγρασίας. Τίποτα δεν είναι το ίδιο πια...

Δυο πλοία ξεκινούν προς αντίθετες κατευθύνσεις.

Άσε με να μπω. 

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Ξαφνικά



Τρικυμία. Αφροί. Κύματα, κύματα, κύματα.
Αέρηδες χορεύουν πάνω απ' το αφηνιασμένο πέλαγος. Ο ήλιος ντρέπεται να βγει. Πιτσιλιές θαλασσινού νερού στολίζουν την ατμόσφαιρα.

Και εντελώς ξαφνικά, ηρεμία. Η θάλασσα μοιάζει με λίμνη. Ο άνεμος πέφτει να κοιμηθεί. Ηλιαχτίδες τρυπούν το νερό...


ΑΥΤΟ ΝΙΩΘΩ

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Το λιμάνι



Ξυπνάω χαράματα και φεύγω απ' το σπίτι.
Πάω στο λιμάνι.
Κάθομαι σ' ένα πεζουλάκι, ανάβω τσιγάρο
και χτυπάω ρυθμικά το δεξί μου πόδι
κάτω.
Σιγά σιγά ξημερώνει. Δε με νοιάζει όμως.
Σιγά σιγά φτάνουν τα πρώτα πλοία.
Τρίβω τα χέρια μου μεταξύ τους. Ανάβω τσιγάρο.
Σε περιμένω να φανείς.
Μέχρι να έρθει το επόμενο πλοίο, έχει ξημερώσει
κι έχω καπνίσει τρία τσιγάρα.
Λιμενεργάτες φωνάζουν. Μπάτσοι κουβεντιάζουν.
Πού είσαι;
Μέχρι το μεσημέρι έχουν φτάσει πέντε πλοία.
Τώρα ξεκινούν να φύγουν,
ένα - ένα.
Ο κόσμος κινείται γοργά. Αγκαλιάζονται. Φιλιούνται.
Δε σε βλέπω...
Ο ήλιος δύει. Ο ουρανός χαμογελάει.
Τα τελευταία δρομολόγια καταφθάνουν.
Καινούρια πρόσωπα. Καινούριες αγκαλιές. Καινούρια φιλιά.
Ώσπου το λιμάνι ξαναδειάζει.
Φεύγω κι εγώ.
Αύριο πάλι...

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Yellow Hotel



Αυτές τις μέρες κλαίω. Συνεχώς. Ειδικά τα βράδια...
Πετάγομαι απ' την καρέκλα μου και τρέχω να χώσω το πρόσωπό μου στο μπουφάν που κρέμεται στο φύλλο της ντουλάπας.
Ύστερα κοιτάζομαι στον καθρέφτη, ηρεμώ και ξανακάθομαι.

Αυτή η υστερία συνεχίζει μέρα - νύχτα.
Καιρό τώρα...
Είμαι γελοία! Όμως, δε με νοιάζει. Κλάμα ευτυχίας είναι! Κλάμα γεμάτο αναζωογόννηση. Ξέρεις, όμορφο κλάμα.

Γιατί όχι, εξάλλου;


Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Ένα βράδυ θα...



Και, τι θα γινόταν αν αυτό το βράδυ δεν επέστρεφα σπίτι; Αν αντί να γυρίσω απ' τη βόλτα μου, έπαιρνα το μετρό όχι προς το δρόμο του γυρισμού, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση;

Θα κατέβαινα Ελληνικό και θα πήγαινα στη μάζωξη στο σπίτι του Λύκου. Ξημερώματα, θα του ζητούσα να με φιλοξενήσει. Το επόμενο πρωινό, θα περνούσα απ'το σπίτι της Κωνσταντίνας. Θα της εξηγούσα, και θα την παρακαλούσα να με κρύψει...
Θα πήγαινα κανονικά σχολείο. Και μαθηματικά. Και θέατρο. Και αν κάπου συναντούσα τους δικούς μου, θα τους κοιτούσα με άδειο βλέμμα.
Και θα συνέχιζα.

Έτσι κάπως, θα τον έβλεπα όποτε ήθελα. Όπου ήθελα. Πανόρμου, Ψυρρή, Αναφιώτικα... Όλη η Αθήνα δική μας.


Αν, αν, αν...