Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Απαγόρευση εισόδου



Το μυαλό...
Μια άρτια κατασκευή. Ένα τέλειο σύστημα. Κι όμως, τόσο φθαρτό.
Αυτοκαταστρέφεται. Δεν εκτιμά καμία ευτυχία, κανέναν καλό οιωνό. Μόνο γεμίζει ερωτήσεις.
"Γιατί;" Μια μικρή λεξούλα, ικανή να δηλητηριάσει ολάκερα βράδια.
Ο παραλογισμός του τρεχάμενου λογισμού είναι ατελείωτος. Σου θέτει προβληματισμούς που ποτέ δεν καταφέρνεις ν' απαντήσεις. Σε αφήνει ανήμπορο μπροστά στη δίνη που δημιουργεί ο εγκέφαλός σου.
Κι ύστερα μένεις ν' αναρωτιέσαι γιατί το δικό σου μυαλό επιμένει στο να σε καταθλίβει.
Μήπως εσύ ο ίδιος δεν θες την ευτυχία σου; ...Αδύνατον! Ποιος νοήμων άνθρωπος δεν τη θέλει;

Τότε... Τότε τι πάει λάθος;


Όχι άλλες ερωτήσεις.

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Να ξαναδω αστερακια στο γκαγκαριν

Δεν ξέρω αν φταίει το βιβλίο και η φωνή του. Ή το ότι είμαι μισή Ευρώπη μακριά, σε ένα μέρος με κοράκια και γοτθικές πριγκίπισσες. Δεν ξέρω αν φταίει το όλο κλίμα, το ότι το πρωί θα χιονίσει, το ότι νυστάζω ή το οτι με αγχώνει το επερχόμενο καλοκαίρι.
Ναι, το βιβλίο φταιει...
Θα πρεπε να είμαι χαρουμενη.
Ειμαι χαρουμενη... Απλως αρεσκομαι στο να γρκινιαζω τις τελευταιες μερες. Ω, μη μου δινεις σημασια.

Ξερεις, ειναι δυσκολο να σου λειπει κατι. Ή καποιος. Ομως αυτο ειναι τοσο κλισε και συνηθισμενο, που δεν προκειται να γραψω γι'αυτο τωρα.
Μπορω ομως με ευκολια να σου περιγραψω τις εικονες τις οποιες ολημερις δημιουργω στο μυαλο μου.

Η πρωτη, εχει εμας στο δασος -ενα οποιοδηποτε λεττονικο δασος απ' αυτα που βλεπω εδω καθε μερα, σημασια δεν εχει. Περπαταμε. Τα χρωματα ειναι τοσο ψυχρα... ακριβως σαν την ατμοσφαιρα. Καθομαστε καπου και διαβαζουμε το βιβλιο μας. Μια παραγραφο εσυ, μια παραγραφο εγω -εναλλαξ. Ο αερας γεμιζει απο τις φωνες μας και το θροισμα των φυλλων παυει να ηχει στα αυτια μας. Μονο εγω και συ. Η φυση εξαφανιζεται απο γυρω μας, και απομενει μονο η αισθηση μοναξιας του δασους. Διαβαζουμε...

Η επομενη εικονα βρισκει εμενα στην μεγαλη πλατεια στη Ριγα. Ηλιολουστη μερα -απο τις λιγες. Στεκομαι στο κεντρο της πλατειας, ανθρωποι περνανε ατακτως απο διπλα μου. Σε περιμενω. Κοιταω λιγο το ρολοι μου, χωρις ομως πραγματικα να συγκρατω την ωρα. Μαλλον αμηχανη ειμαι. Και συ ερχεσαι. Εξισου αμηχανος (και καλα κοιτας αλλου)...

Ισως, τωρα που το σκεφτομαι, να φταιει ο γαμημενος ο Δεληβοριας και που εγω τον νιωθω τοσο εντονα. Ή που πραγματικα δεν εχω ιδεα τι θα κανω με τη ζωη μου. Μπορει απλως να φταιει που σιχαινομαι τη φυσικη και δεν ξερω τι θα παω να γραψω σε δυο μηνες, ή που γνωριζω πως για να σε δω θα περιμενω ως το Σαββατο.

Περνας καλα κι εγω ειμαι μεσα. Αυριο θα κανω βολτες στη Βαλτικη, κι ομως αυτο φανταζει τοσο ελαχιστο. Κι αναρωτιεμαι γιατι γραφω. Γιατι τολμαω ακομα να γραφω...; Ξερω πως μολυνω τον τοπο, κι ομως συνεχιζω. Ω, σιγουρα σε λιγα χρονια θα με μισω. Δεν θα με αντεχω, πραγματι... Ομως αυτη δεν ειναι ωρα για τετοιου ειδους μιζεριες.

Σε βλεπω παντου. Δε με νοιαζει που ακουγεται υπερβολικο. Δε με νοιαζει αν το διαβασεις το πώς θα το παρεις. Εγω σε σκεφτομαι, και στο γραφω εδω. Ναι, εδω, γιατι απο κοντα ή απ'το σκαιπ θα στο πω με τροπο που δε θα σ'αφησω να το πιστεψεις.
Αν ηξερες τι γινεται μεσα στο μυαλο μου παντως, ή θα εκανες παρτι ή θα πυροβολουσες τον εαυτο σου.
Σε θελω.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Πριν το χιόνι



Η ώρα επτά και δέκα το πρωί. Φεύγω απ' το σπίτι με τη φωνή του πατέρα μου να με αγκαλιάζει. "Καλημέρα!". Φοράω ένα μαύρο σκουφί και κουκούλα. Η ζακέτα μου είναι κουμπωμένη ως πάνω. Έχω - δεν έχω ξυπνήσει είκοσι λεπτά, κι όμως κιόλας βρίσκομαι να περπατάω κόντρα στον πρωινό αέρα. Χώνω τα χέρια μου στις τσέπες για να ζεσταθώ.

"Με πόσα άτομα έχω μοιραστεί αυτή τη ζακέτα..." σκέφτομαι. Ταξιδιάρικο ρούχο... Καβατζωμένη από Καλαμάτα, ξανα-καβατζωμένη στα Εξάρχεια... Μπορείς ν' αγγίξεις τα ίχνη όλων όσων τη φόρεσαν κάποτε -η μαγεία του μεταχειρισμένου.

Η πανσέληνος βρίσκεται ακόμα στον ουρανό. Ολοστρόγγυλη, κάτασπρη. Σαν χλωμή κοπέλα, απολαμβάνει τις τελευταίες της στιγμές στον ουρανό του Νοέμβρη.
Δείχνω τόσο ελάχιστη μπροστά της.
Και τόσο ματαιόδοξη, που τολμάω και συγκρίνομαι μαζί της

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Η μαύρη εστία



Είναι ένα άδειο δωμάτιο.
Άδειο, και γεμάτο ανθρώπους.
Κρύο. Τέσσερις ψηλοί τοίχοι. 
Ένα καλοριφέρ, πιθανότατα αναμμένο.
Ένας πράσινος πίνακας. Θρανία.
Μια ταινία προβάλλεται στον τοίχο.
Κρύο.
Τα παράθυρα αμπαρωμένα. Απ' τις χαραμάδες των παλιών, ξύλινων πατζουριών μπαίνει ο χειμωνιάτικος ήλιος.
Κρύο.
Άλλη μια ψυχή ανάμεσα στις άλλες.
Τι σημασία έχω;
Το πουλόβερ μου έχει τρύπα, θέλει μπάλωμα. Η ταινία παίζει...

Ξαφνικά, μια εστία ανάβει.Φλόγα μικρή, μα ικανή να θερμάνει όλο το κτήριο. Φως απλώθηκε. Θαλπωρή σκορπίστηκε στον αέρα. Το οξυγόνο πολλαπλαστιάστηκε. 

Η εστία είχε ανάψει. Τίποτα δεν ήταν πια κρύο...

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Δx = έρωτας

στον γου-τσου







                          
                            ΖΗΣΗ                          0                       ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ
                              ← ∞ _______________⌂________________ ∞ →




Ένας άξονας: Έρωτας.
Χωρίζεται σε δύο ημιάξονες: «αξιοπρέπεια» και «ζήση».
Στο κέντρο, το μηδέν.
Έστω πως έχουμε ένα κινητό. Όχι αντικείμενο. Αρσενικό ή θηλυκό, σημασία δεν έχει. 
Το κινητό προσγειώνεται στον άξονά μας. Δέχεται ώθηση προς τον ημιάξονα «ζήση».
Η τριβή δεν υφίσταται. Το κινητό διατρέχει τη «ζήση» με ομαλή ταχύτητα. Με την πάροδο του χρόνου, το κινητό αρχίζει να αναλώνεται. Χάνει κομμάτια του. Αποδυναμώνεται. Εφόσον όμως δεν υπάρχει τριβή, δεν μπορεί να σταματήσει. Κι έτσι συνεχίζει. Συνεχίζει…
Ώσπου κάποια στιγμή, και όντας, πλέον, εντελώς εξαθλιωμένο, κάποιος το σταματάει. Το σηκώνει, και το ακουμπά στον ημιάξονα «αξιοπρέπεια». Του δίνει ελαφρά ώθηση. Το κινητό διασχίζει τον ημιάξονα εύκολα.
Κάτι παράξενο, παροδικά, συμβαίνει: το κινητό ενδυναμώνεται. Τα χαμένα του κομμάτια, επιστρέφουν . Δυναμώνει, δυναμώνει…
Αυτό όμως δεν κρατάει για πολύ. Σύντομα, κάποιος το σπρώχνει προς την αντίθετη πλευρά, τον ημιάξονα «ζήση». Το κινητό χάνει…

Αυτή η ιστορία συνεχίζεται επ’ άπειρον. Το κινητό ταλαντεύεται μεταξύ των δύο ημιαξόνων. Ποτέ δε σταματάει πραγματικά. Το σημείο μηδέν, λοιπόν, ποτέ δε γίνεται σταθμός του κινητού.

Το κινητό κινείται…



                            

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Μια νύχτα μετά (τι;)



Δεν ξέρω πια τι έχει νόημα.

Άσε που δεν βρίσκω καμιά ομορφιά στο τζάκι.

Δε θα βγω. Ούτε αύριο θα πάω στην πορεία. Δε θέλω να πάω για μπύρα ή τσίπουρο.
Θέλω όμως κάπου να μιλήσω. Μα κι αυτό, πού θα οδηγήσει;

Καμιά αίσθηση δε μου κάνει η ακαταστασία του δωματίου μου. Μήτε το σκίσιμο στο καλσόν μου. Οι αφίσες, οι καρτ ποστάλ, τα αναμνηστικά, όλα όσα είναι στον τοίχο μου, μου θυμίζουν κάτι. Το Μάντσεστερ, το Ζορζ, τη Νασίλια, την παλιά μου τάξη, τα reggae πάρτι στην Κρήτη, τις diy συναυλίες, το φροντιστήριό μου, τον Κ.Σ., το taf, τον Αγγελάκα, τα γυρίσματα στο δωμάτιό μου, το Μιχάλη, το Χρήστο...

Είναι πολλά. Κρέμονται από 'δω και από 'κει, κουβαλώντας το παρελθόν μου ανέμελα... Και 'γω, τα 'χω συνηθίσει τόσο πλέον, που δεν αναπολώ τις στιγμές που κρύβουν πίσω τους.
Μοναχά απόψε κλαίω. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί. Χρειάζομαι έναν ώμο, μα πού θα τον βρω; Κι αν τον βρω, ποιο το νόημα τελικά;

Οι σκέψεις μου, είναι πιο όμορφες απ'τις λέξεις μου. Το χαρτί ζέχνει μετριότητα.
Πονάει.