Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Η κυκλοθυμία του νέου χρόνου


"Θέλω να δω να ξημερώνει" είπε και τον κοίταξε.
Η μικρή σοφίτα έμπαζε κρύο. Οι ήχοι του πάρτι που γινόταν λίγους ορόφους παρακάτω βούιζαν στ' αυτιά τους.
"Αν κοιμηθώ, να με ξυπνήσεις. Θέλω να δω να ξημερώνει!" συνέχισε, και ξάπλωσε δίπλα του.
Η φιλία τους, με την έλευση του '14, μετρούσε εννέα χρόνια.

"Πάμε να πιούμε τίποτα", του είπε τελικά και σηκώθηκαν.

Την πήρε ο ύπνος δίπλα του κατά τις πέντε. Μόλις εκείνος συνειδητοποίησε πως κοιμόταν, την καληνύχτισε και έφυγε για το δωμάτιό του.
Ούτε εκείνη, ούτε εκείνος είδαν τον ουρανό να ξημερώνει.

Το επόμενο πρωί έβρεχε. Η σοφίτα ήταν παγωμένη.

"Καλή χρονιά" ψιθύρισε στον εαυτό της.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Ένα βράδυ μακριά

Δεκέμβρης



Το μάλλινο πουλόβερ γλύστρησε πάνω στο γυμνό σώμα της με ευκολία.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
Όχι, δεν της πήγαινε. Κι όμως, του έβρισκε κάτι χαριτωμένο.
Έκανε μια στροφή και ξανακοίταξε το είδωλό της. Μια σκέψη πέρασε απ'το μυαλό της.
Λες και για μια στιγμή, το πουλόβερ ανήκε σ' αυτόν. Μόλις είχε ξυπνήσει, κι έκανε κρύο. Το βρήκε πεταμένο δίπλα στο γραφείο του. Πατώντας στις μύτες των ποδιών της, άρχισε να χορεύει. Ήταν μια μικρή, άγαρμπη μπαλαρίνα.


ΞΥΠΝΑ

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

---x




"Τι σου 'χει μείνει από μας;" τη ρώτησε.

Εκείνη κοίταξε το ρολόι. Τρεις και τέταρτο, περασμένα μεσάνυχτα. "Είναι ώρα για τέτοιες ερωτήσεις;" αναρωτήθηκε.
Μην θέλοντας να διαλύσει τις νοσταλγικές του τάσεις, μπήκε στη διαδικασία ν' απαντήσει.
Προσπάθησε να σκεφτεί. Να ξαναζωντανέψει συναισθήματα.

Μάταια.
Οι προσπάθειές της αποδείχτηκαν άκαρπες.
Καμιά εικόνα, καμιά ανάμνηση, καμιά μυρωδιά. Τίποτα που να επιβεβαιώνει πως αυτοί οι δύο κάποτε υπήρξαν μαζί.
"Η μνήμη μου...". Το παιχνίδι ήταν κιόλας εις βάρος της. Οι μικρές στιγμές που ήξερε πως θα έχανε, την είχαν κιόλας αφήσει. "Η μνήμη μου...".

Ο εγκέφαλός της, της έβγαζε κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Πράγματα που είχε ανάγκη να θυμάται, πράγματα που η ίδια χρειαζόταν μέσα της, το μυαλό της τα είχε κιόλας αποβάλλει.
Στιγμές μικρές, εικόνες μια όμορφης ζήσης, διόλου μακρινής, είχαν εξανεμιστεί.

"Δεν..."

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Το μινόρε του



Ένα άρωμα παράξενο, ασυνήθιστο. 
Φυσικά και της ταίριαζε.
Τη ρώτησα για το ταξίδι. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου απ' το πρόσωπό της. Ήθελα ν' αγγίξω τα μαλλιά της.

Αναρωτιόμουν πότε θα έφτανα στο σημείο να μη σκέφτομαι. Ούτε τους βαθμούς, ούτε τα σχέδιά μου για το βράδυ, ούτε αυτόν. Κυρίως αυτόν. Πότε θα σταματούσε η καρδιά μου να επιταχύνει τους χτύπους της όποτε μου έλεγε κάτι έξω απ'τα συνηθισμένα.
Τον παρατηρούσα το προηγούμενο βράδυ να παίζει. Έσφιγγε την κιθάρα πάνω του. Ο Τσιτσάνης, ο Χιώτης, ο Βαμβακάρης εκτοξεύονταν από μέσα του, χωρίς ο ίδιος να φανέρωνε κάποιο συναίσθημα που να επιβεβαίωνε τα όσα τραγουδούσε.
Προσπαθούσα να μαντέψω τι είδους εικόνες περνούσαν απ' το μυαλό του. Αν με σκεφτόταν, αν ήθελε να με κοιτάξει.
Πάντα τα ίδια συμπεράσματα.

Δεν ήμουν αντικειμενικός κριτής -πώς θα μπορούσα, άλλωστε;

Περνούσε ο χειμώνας, περνούσα κι εγώ

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Το Α-διανόητο/Το Α-πρόοπτο


11.2.2014

"Καθαρότητα".
Έτσι έγραφε στα χαρτιά.
Οι μέρες της μαζί του ήταν μια πλατιά, χωρίς όρια καθαρότητα.

Μετά το σκοτεινό χειμώνα, και κάπου στο τέλμα της αναζήτησης του τέλειου, είχε έρθει εκείνος. Με μια αθωότητα που θα ζήλευαν πολλοί μικρότεροί του, και με θελκτικές ατέλειες να τον καταλαμβάνουν, κατάφερε να εισέλθει ήρεμα στον κόσμο της, και να τον διαταράξει επιτυχώς.

Ένιωθε όμορφα δίπλα του -χωρίς να πονάει.
Ω, μη γελάς. Αυτό το "χωρίς να πονάει", αυτή η λεπτομέρεια, η δευτερεύουσα πρόταση η υποδεέστερη της κύριας, ήταν που έκανε τη διαφορά.

Μπορούσε να του σφίξει το χέρι στη μέση της Ερμού, μπορούσε να του χαϊδέψει τα μαλλιά σε κάποιο στενό στου Ψυρρή, μπορούσε να τον φιλήσει ενώ περίμεναν τα ζεστά τους σε κάποιο μαγαζί, μπορούσε, μπορούσε, μπορούσε.
Και δεν τους ένοιαζε αν τους έβλεπε κάποιος. Και αυτό την ανακούφιζε.
Ήθελε να του πει "μείνε". Δεν το κανε. Ήλπιζε να το καταλάβει μόνος του.
Αλλά το μετρό φεύγει νωρίς. Τι να προλάβεις...