Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Gagarin 205



Ο κόσμος πηγαινοερχόταν, γελούσε, έπινε, καθόταν όπου έβρισκε. 
Μόνο οι δυο τους έμεναν ακίνητοι στην κορυφή της στενής σκάλας. 
Αυτή ένα σκαλοπάτι πιο κάτω, αυτός μισογερμένος στον τοίχο.

Δεν ήταν απ'τα συνηθισμένα φιλιά τους. Όλα γίνονταν αργά. Ήρεμα. Χωρίς βιασύνες. Ο χωροχρόνος ποτέ δεν είχε υπάρξει. Τα πρόσωπά τους μάλλον έδειχναν γαλήνια, παραδομένα στον καπνό και τη μουσική. 

Ώσπου το κεφάλι της εξερράγη. Μαύρες και άσπρες λωρίδες και αστεράκια αναβόσβηναν μπροστά της -χόρευαν, καλύτερα. Δεν μπορούσε να δει. Προσπάθησε να κατέβει τη στενή σκάλα -κατέληξε γραπωμένη από κάποιον με λευκό πουλόβερ. 


Οι τιράντες από το φόρεμά της είχαν κατέβει. Εκείνος την κρατούσε αγκαλιά. 
"Σε λίγο φτάνουμε, άντεξε". 
Τα καυσαέρια της Λιοσίων επανέφεραν τον κόσμο στη θέση του. Η φωνή του ηχούσε στ' αυτιά της λιγότερο απόκοσμη.
"Είμαι καλά". Της έδωσε νερό. 
"Είμαι καλά".


Κι όμως, τίποτα δε θα μπορούσε να έχει πάει καλύτερα.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Εφτά



Τον μύριζε στα ακροδάχτυλά της.
Την κρατούσε αγκαλιά. Ήταν γυμνή και κρύωνε. Κι αυτός την έσφιγγε πάνω του. 
Τα πρόσωπά τους φωτίζονταν ελάχιστα -άγνωστη η πηγή του φωτός. 
Τα χέρια του άγγιζαν το σώμα της, εκείνη ανατρίχιαζε. Η όμορφη θολούρα...

Αργότερα, έπιναν τα μιλκ σεϊκ τους, με το κοντέρ να δείχνει 100 και το χέρι του να ακουμπάει τα πόδια της. 


Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Δύο χειμώνες και δύο καλοκαίρια μετά



Ήταν, λέει, σε κάποια ταράτσα και έπιναν μπύρες. Γύρω γύρω φυτά, και από κάτω τους η Αθήνα.
Καλοκαίρι.
Ο ουρανός ξάστερος, ο άνεμος είχε βδομάδες να δροσίσει την πόλη. Οι ήχοι των δρόμων δεν άγγιζαν την ταράτσα.

"Τα καταφέραμε, ε..."
"Είχες ποτέ αμφιβολία μωρό μου;"