Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Η κοπέλα νούφαρο





Ίσως κάποτε αποβάλλω τα πράσινα συναισθήματα.
Ίσως μάθω να σβήνω το τσιγάρο.
Ίσως κιόλας διώξω το ναρκισσισμό μου.
Ίσως τα δάχτυλά μας μάθουν ν'ακουμπάνε τις σκανδάλες.

Ίσως κάποια στιγμή δώσω όνομα σ' όλες τις φωνές μου.
Ίσως κάποια στιγμή δώσω στόμα σ' όλες τις φωνές μου.


Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

I...




Χόρευε μπροστά στον καθρέφτη (όπως είχε δει να κάνουν οι πρωταγωνίστριες του Bertolucci ίσως).
Ήταν ακόμη υγρή, η πλεξούδα της έσταζε πάνω στη γυμνή ωμοπλάτη της.
O Costello τραγουδούσε "I want you" κι αυτή πασάλειφε το σώμα της με κρέμα.
Έκλεινε τα μάτια της. Τα άνοιγε κι έβλεπε μια άλλη -μια που της έμοιαζε πολύ, μα ήταν πιο όμορφη.
"I want you" χόρευε.
"I want you"σκεφτόταν.

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Άλλη μια Ωδή



Νέος Κόσμος.
Κίτρινοι τοίχοι.
Μονό κρεβάτι.
Ήλιος.
Μεγάλο χαμόγελο.



Σκέφτομαι γρήγορα. Πολύ. Βιάζω τη φαιά ουσία μου.  *  Σκέφτομαι έντονα.
Κρύβω δυναμισμό βαθιά μεσ' το ξεροκεφαλό μου.
Με τσιγκλάω, με δαγκώνω.  *  Μπουρλοτιάζω κάθε σπιθαμή μου.

Κι ύστερα φοβάμαι  *  κουράζομαι  *  βαριέμαι.
Γεμίζω τη μπανιέρα με το μόνο φίλο που γνώρισα ποτέ -το ρομαντισμό λέω- και κοιμάμαι εκεί.
Εκεί στα βρωμόνερα του ρομαντισμού.
Αγκαλιάζω ΕΜΕΝΑ  *  μου κάνω ΕΡΩΤΑ  *  μου ΞΕΣΚΙΖΩ ΤΑ ΣΩΘΙΚΑ.

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

..............




Δε θέλω ν'ακούω ιστορίες
Θέλω να ξεχάσω κι αυτές που ξέρω
Παράξενο -τόσα να νιώθω, λίγα να μπορώ να πω
τόσα να νιώθω, τόσο βρώμικα
Συγχώρα με, είναι η πρώτη φορά που προσπαθώ να τιθασεύσω τη σκιά
Κοιμάμαι γιατί τα απογεύματά μου είναι νεκρά
Ξυπνάω και τραβάω τη μπρίζα, και πέφτω
Συγχώρα με, ούτε εγώ ξέρω πού στο διάολο το βρήκα τόσο μαύρο

Αυτός που πιστεύει στην Κυρία Ουτοπία είναι
αισιόδοξος
ή απλώς μισεί;
Τι να σου πω, χάθηκα σε σελίδες βιβλίων
σε ζήλειες, σε συναισθήματα
σ' όλα αυτά που σαπίζουν ό,τι έχω μέσα μου
Κι αυτές οι σειρές
είναι η ψυχή μου δωσμένη
Ξέρεις πού

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Η Μαρία - Κατερίνα




Ένα αγόρι βόλταρε πάνω στο ποδήλατό του στη σχεδόν άδεια αποβάθρα.
Έψαχνε την τσάντα της και κοιτούσε γύρω της χαμένη. Κι εκεί, την είδε.
Εκεί, στον πιο αδιάφορο σταθμό του μετρό. Δεν την κατάλαβε στην αρχή. "Όμως, σε ποια άλλη θα μπορούσαν να ανήκουν αυτά τα μαλλιά;"

Τα μαύρα, μακριά μαλλιά που κάποτε είχε ξαπλώσει δίπλα τους.
Και θυμήθηκε τα βράδια στο δωμάτιό της.
Τότε που δανειζόταν τα ρούχα της, τότε που της άφηνε σημειώματα για να τα βρει όταν ξυπνήσει.
Τη θυμήθηκε να περπατά σκυφτή, να γέρνει απ' το βάρος της τσάντας τονίζοντας, έτσι, τις καμπύλες.
Θυμήθηκε τη μυρωδιά της.

Προσγειώθηκε γρήγορα στο παρόν, όμως.
Γιατί θυμήθηκε και εκείνο το παγωμένο βλέμμα, το αμήχανο χαμόγελο που είχε αντικρίσει πάνω της λίγους μήνες νωρίτερα.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Padre padrone

Πάντα η πατρική φιγούρα.
Ο πρώτος τη έρωτας, οι σοκολάτες της, οι λογομαχίες, οι μεγαλύτεροι άντρες με τους οποίους ανέπτυξε χημεία και χαμόγελα, ο θυμός της. 
Όλα είχαν μέσα τους τον πατέρα της.
Ήταν παντού. Σ' όλα τα όμορφα γύρω της.
Και τα άσχημα, τα δικά του άσχημα, τα είχε η ίδια ρουφήξει όλα. Τα είχε χώσει στα βάθη του εαυτού της, θέλοντας να εγκλωβίσει για πάντα τον πατέρα της στα ενδόψυχά της.