Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Εκείνα τα παιδιά






Υπήρξε μια εποχή
που καθόσουν στο πίσω κάθισμα του λευκού ρενό
και ρωτούσες, βάζοντας τη μύτη σου ανάμεσα στη μπροστινή
δεξιά πόρτα και τη θέση του συνοδηγού
"δε θα μαλώνουμε όταν γίνω δεκαπέντε, ε;"
Κι ύστερα σου πλεξε τα μαλλιά μικρές κοτσίδες
φορτώθηκες τη μεγάλη ροζ τσάντα
και ξεκίνησες.
Κυρία, ο Ανδρέας (με δ, όχι με τ)
Ο Ανδρέας, λευκή επιδερμίδα - μαύρα μαλλιά
Ο Ανδρέας, το όνομα του μπαμπά
Ο Ανδρέας, ανοιχτό μπλε πουκάμισο.
Γέμιζες τετράδια με γ -κεφαλαία, μικρά, κεφαλαία
όμως έβγαιναν "εκτός περιθωρίου"
Κι ήθελες να γίνεις δεκαπέντε
για να κρατάς το χέρι του Ανδρέα
ίσως και να του φιλάς το μάγουλο
κι αυτός να έρχεται σπίτι σου και να τρώτε κεφτέδες
Κι όταν μεγάλωσες λίγο ακόμα
το νέο σχολείο ήταν όμορφο
Μύριζε βιβλία, θειάφι και ζωή
Έμαθες φυσική
και τι πάει να πει "λανθάνων ερωτισμός"
πέφτοντας ταυτόχρονα σε κινηματογραφικά κλισέ
Ώσπου έγινες πια δεκαπέντε
και σκαρφάλωνες πάνω στον Ανδρέα
Κι ο Ανδρέας σε φιλούσε, όχι στο μάγουλο
μα στο στόμα, και τα στήθη, και το λαιμό
και χορεύατε Amy Winehouse
κι ήρθαν κι άλλοι μετά
κορίτσια με πράσινα μαλλιά
κορίτσια που έπαιζαν πιάνο
κορίτσια με γαλάζια μάτια
και το Κορίτσι - Ξωτικό
Κι έμαθες τη Θεμιστοκλέους
και πως το μαλοξ δεν είναι μόνο για το στομάχι
και κάτι που το 'λεγαν συλλογική κουζίνα
και μαγειρεύατε όλοι μαζί.
Όμως, πάντα έλεγες "πότε θα γίνω δεκαοχτώ;"
Γιατί τίποτα δεν αρκούσε
--ποτέ τίποτα δεν αρκεί--
ούτε η ελευθερία, ούτε οι τσίχλες, ούτε τα δρομολόγια του μετρό
Γιατί τσακωνόσουν
μ' αυτούς που πηγαίνατε εκδρομές με το λευκό ρενό
κι οι νύχτες γέμιζαν κάθε είδους υγρά
Ε, το λευκό ρενό το δώσατε
έδωσες και την παιδικότητά σου
Αλλά ας έχει
τα πότε και τα ποτέ
θα παραφυλούν αιωνίως

1 σχόλιο:

Ένα τσιγάρο δρόμος...