Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

999 νύχτες




Δεν ξέρω πολλές ιστορίες.
Θυμάμαι μία μόνο, για μια κοπέλα. Γυρνούσε, λέει, απ' την πόλη κι είχε γεμίσει τη φούστα της δάκρυα και σάλια. Είχε ριγμένα τα μαλλιά στο πρόσωπο, κι έκλαιγε αθόρυβα -μη μας ενοχλήσει. Ούτε που σηκώθηκε κανείς μας να βοηθήσει, πράγματι. Τριάντα λεπτά λυγμοί, που λες. Τριάντα λεπτά μονάχη της, κι απ' τα παράθυρα ν' ακούγονται τα κάλαντα των παιδιών.
Μετά από καιρό, επέστρεφα σπίτι το χάραμα και από κάποιο παράθυρο άκουσα πνιχτές φωνές. Ο ουρανός κατράμι, κάποιος κόκορας λαλούσε περήφανα. Και τα βογγητά συνεχίζονταν. Μου καρφώθηκε, λοιπόν, η ιδέα ότι ανήκαν στην καημενούλα εκείνη που μοίραζε ψυχή στο δρόμο για την πόλη. Έκατσα στον τοίχο του σπιτιού, κι αποκαμωμένος απ' το κρασί, άναψα τσιγάρο. Το σεξ τελείωσε, και κάποιος έκανε να κλείσει το παράθυρο. Τα μαλλιά έπεφταν στην πλάτη και τις ρώγες της, σγουρά, μακριά και μαύρα. Ήταν σίγουρα αυτή!
Δεν πείραξα το σκηνικό. Βρήκα, μόνο, τον παλαβό κόκορα και του ζήτησα να με τρατάρει τσικουδιά. "Ηλίθιε! Τα ζώα δεν μιλούν" έκραξε κι έφτυσε μπροστά μου, γυρνώντας απ' την άλλη. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ένα τσιγάρο δρόμος...