Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

999 νύχτες




Δεν ξέρω πολλές ιστορίες.
Θυμάμαι μία μόνο, για μια κοπέλα. Γυρνούσε, λέει, απ' την πόλη κι είχε γεμίσει τη φούστα της δάκρυα και σάλια. Είχε ριγμένα τα μαλλιά στο πρόσωπο, κι έκλαιγε αθόρυβα -μη μας ενοχλήσει. Ούτε που σηκώθηκε κανείς μας να βοηθήσει, πράγματι. Τριάντα λεπτά λυγμοί, που λες. Τριάντα λεπτά μονάχη της, κι απ' τα παράθυρα ν' ακούγονται τα κάλαντα των παιδιών.
Μετά από καιρό, επέστρεφα σπίτι το χάραμα και από κάποιο παράθυρο άκουσα πνιχτές φωνές. Ο ουρανός κατράμι, κάποιος κόκορας λαλούσε περήφανα. Και τα βογγητά συνεχίζονταν. Μου καρφώθηκε, λοιπόν, η ιδέα ότι ανήκαν στην καημενούλα εκείνη που μοίραζε ψυχή στο δρόμο για την πόλη. Έκατσα στον τοίχο του σπιτιού, κι αποκαμωμένος απ' το κρασί, άναψα τσιγάρο. Το σεξ τελείωσε, και κάποιος έκανε να κλείσει το παράθυρο. Τα μαλλιά έπεφταν στην πλάτη και τις ρώγες της, σγουρά, μακριά και μαύρα. Ήταν σίγουρα αυτή!
Δεν πείραξα το σκηνικό. Βρήκα, μόνο, τον παλαβό κόκορα και του ζήτησα να με τρατάρει τσικουδιά. "Ηλίθιε! Τα ζώα δεν μιλούν" έκραξε κι έφτυσε μπροστά μου, γυρνώντας απ' την άλλη. 

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Οι θυμίσεις που εξαφανίστηκαν και έχασα τον τίτλο





Απόψε είναι το βράδυ που αερίζω τα σεντόνια. Στους τοίχους σύντομα θα κρέμονται μυαλά, κι ελπίζω οι θυμίσεις να εξαφανιστούν.
Θ' αφήσω ανοιχτά τα παράθυρα, θ' ανάψω το τζάκι -η καμινάδα θέλει καθάρισμα- και θα φύγω. Πολύ θα 'θελα να κάψω πίσω μου μπιχλιμπίδια και ψεύτικους κολλιέδες, ρούχα άφθαρτα και πονεμένους μήνες. Έπειτα, όμως, στέκω χωρίς δικαίωμα λόγου. Βόλτες στην Καλλιδρομίου ή τη Θεμιστοκλέους, μοναχά.

Δεν είμαι ακόμη έτοιμη να τακτοποιώ εποχές χωρίς να βήχω απ' τη σκόνη, κι ας κάνω φιλότιμες προσπάθειες. Για την ώρα, αρκούν τα κουτάκια.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Ωδή στη βλακεία






Οι επικίνδυνες πόρτες δεν ανήκουν μόνο στην Αλίκη.
Ιδίως όταν εκτρέφεις στα σπλάχνα σου ένα παιδί
που σου κλωτσάει το στομάχι
σου δαγκώνει τον πλακούντα.
Οι πόρτες δε ρωτάνε αν είσαι έτοιμη
-ας γνώριζες, αναθεματισμένη.
Όμως, καλά να πάθεις, ηλίθιο παιδί.
Η εξέλιξη σε προετοίμαζε αιώνες για να
μπορείς να τιθασεύεις τα ένστικτα που
αναδύονται απ' τα τάρταρα.
Κι όσα κι αν θες ν' αποδεικνύεις,
καλό είναι πού και πού να τις διατηρείς
κλειστές.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Σαν βγαίνει ο μπάτης





Το φως της μέρας θα ελαττωθεί.
Θα κλείσω τα μάτια και θα βγουν
βρεμένα βρέφη και γυναίκες και παιδιά.
Τα υγρά σώματά τους θα πέσουν πάνω στα δικά μας, και
θα σκύψουμε να προσκυνήσουμε για
πρώτη φορά.
Όχι τον άνθρωπο, ούτε κάποιον θεό ανεμοδάρτη
μα εκείνους και το ξεφτισμένο τους δέρμα.
Και θα ψελλίζουμε συγγνώμες για τα νεκροταφεία που γέμισαν
και το χρήμα που ξεχείλισε,
θα ντυθούμε με τα φλύαρα μαντήλια 
και με αίμα στις κλειδώσεις θα οδεύσουμε 
για τον πρέποντα θάνατο.
Ενάντια σ' αυτούς.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Ο Μπι.



Ένα βράδυ πριν φύγουμε, είχε κατεβάσει όλη τη βιβλιοθήκη. Το πάτωμα γέμισε βιβλία και θραύσματα, ενώ αυτός τα ποδοπατούσε νευρικά. Έχανε κάτι χάπια. Έλεγε πως του τα πήρε η μάνα του, κι έριχνε παναγίες. Δεν ξέρω πώς το 'βγαλε εκείνο το βράδυ.
Συνήθως, βλέπεις, πριν βγούμε απ' το διαμέρισμα κούμπωνε ένα ή δύο χαπάκια, "ν΄αδειάσει το μυαλό". Μάλλον το ρημάδι άδειαζε παρέα με το στομάχι μοναχά, γιατί κάθε χάραμα που επέστρεφα σπίτι τον έβλεπα να σέρνεται, μ' ένα μικρό τσίπουρο στην τσέπη.
Κάπου κάπου τον έχανα. "Πάω για ψώνια" έλεγε, κι ας άκουγα το ρολόι να βαράει δώδεκα φορές. Ώσπου, του 'δεσα μια κόκκινη κλωστή στο χέρι, κι είχα την ψευδαίσθηση πως θα έμενε μακριά από σκόνες κι εφηβικές σπηλιές. 
Δεν ξαναμιλήσαμε. Η κλωστή μάλλον δεν έκανε πολλά. Ένα βράδυ μόνο, με πήρε κάποιο άγνωστο νούμερο. Τον άκουσα για δευτερόλεπτα, κι ύστερα μπιπ μπιπ μπιπ. Ρικόλ. Μπιπ μπιπ μπιπ. Ρικόλ. Όχι, όχι, όχι...