Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2015

στον καναπέ





λοιπόν, γνωρίζω κάποιον που παίζει πολύ όμορφα πιάνο και που στέκεται παράξενα.
όμως, ακόμα δεν βρήκα τον άνθρωπο που θα παρατηρήσει την κλωστή στο σώμα μου.
δε θα σας πω το λόγο ύπαρξής της, μάθετε όμως πως είναι σημαντική.
σε φοβίζω έτσι όπως κάθομαι;
ηρέμησε. κλειδαμπάρωσα πάλι το άγχος και τις φοβίες και τη γκρίνια σ'ένα σεντούκι με μάλλινη κλειδαριά, κι από πάνω έριξα ένα σεντόνι.
η αλήθεια βέβαια είναι, πως σε τέτοιες στιγμές κρύβομαι πίσω απ' την κουρτίνα κι ενώ τα πόδια μου φαίνονται, εγώ με νομίζω αόρατη.


αγαπώ τις μαύρες πεταλούδες που μου σβουρίζουν το κεφάλι, έτσι κατάλαβα σήμερα.
πώς αλλιώς εξηγείται το ότι τις απελευθερώνω εκουσίως απ' το βαζάκι τους;

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Εγώ, η Σοφία Αμούνδσεν





Βρισκόταν σ' ένα ξέφωτο, δε φοβόταν τις τριχωτές κάμπιες που περπατούσαν νωχελικά γύρω της. Ο ήλιος έπεφτε μέσα απ' τα δέντρα. Φορούσε ένα κίτρινο φόρεμα και τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα σε μικρές πλεξούδες.
Απέναντί της καθόταν αυτός που έμοιαζε με ξωτικό. Είχε άσπρο μυτερό γενάκι, ήταν κοντός και καραφλός. Ευγενικός. Κάποτε, της χάρισε τρία κάμελ όταν εκείνη είχε ξεμείνει από καπνό.
Έπιναν τσάι σε ποτήρια πορσελάνης, με ζωγραφισμένους γαλάζιους γλάρους.
Το κορίτσι τού έδειχνε έναν πίνακά της -δε ζωγράφιζε σχεδόν ποτέ, η αλήθεια είναι.
Ο άντρας τη ρώτησε κάτι που δεν είχε απάντηση εύκολη. Ο αέρας μύριζε αγριοκέρασα κι ο ουρανός είχε το συνηθισμένο μωβ χρώμα. Τα μακριά, πεσμένα κλαριά της ιτιάς ακουμπούσαν την ημίγυμνη πλάτη του κοριτσιού.
Η συνάντησή τους αυτή δεν είχε τέλος. Την άφηναν πάντα στη μέση. Σηκώνονταν, ξεσκονίζονταν, ακουμπούσαν στη μεγάλη πέτρα τα μισογεμάτα φλιτζάνια τους και κλειδαμπάρωναν την πόρτα που οδηγούσε στο ξέφωτο.
Δε φοβόταν τις τριχωτές κάμπιες που περπατούσαν νωχελικά γύρω της. Ο ήλιος έπεφτε μέσα απ' τα δέντρα. Φορούσε ένα κίτρινο φόρεμα και τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα σε μικρές πλεξούδες...

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Πριν ξημερώσω




Εδώ ο ουρανός είναι καθαρός, λεύτερος, μαύρος όπως πρέπει να είναι, μαύρος με μικρά άσπρα λαμπιόνια τσίρκου.
Κάποια τους είναι νεκρά εδώ και δεκάδες χρόνια. Δεν ξέρω.
Άλλα φωτίζουν τις ένδοξες μέρες σου, έτη φωτός και λίγα μέτρα μακριά. Δεν πρόλαβα.
Τι πάει να πει πως υπήρξε αυτό το λαμπιόνι;
Τι σημασία έχει;
Σε φώτισε όταν γέλασες, όταν πηδήχτηκες, όταν έπλυνες τα μαλλιά σου. 
Και το δικό μου λαμπιόνι, να, είναι νέο. Φωτίζει, κι όσο περνάει ο καιρός θα φωτίζει κι άλλο. Ώσπου θα υπερθερμανθεί, θα γιγαντωθεί και θ' απογίνει.
Το δικό μας λαμπιόνι βρίσκεται εκεί. Είναι χλωμό. Αναβοσβήνει, χωρίς να θέλει να πεθάνει.
Έχουμε κι εμείς κάτι απ' αυτό.
Κι ας καταστρεφόμαστε απ' τον θάνατο που κάθε μέρα πλησιάζει κι άλλο. 

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Ταξίδι στο κέντρο της Ιβηρικής



Η πόρτα θα κλείσει. Το δωμάτιο θα 'ναι ελάχιστο -μια κουκέτα, ένα παράθυρο και μια τουαλέτα. Θα σκέφτομαι το "Έγκλημα στο Εξπρες Οριαν" και την κυρία με το κιμονό. Θα γκρινιάζεις πως πονάει η μέση σου και θα σκιάχνεις τα μαλλιά πίσω απ' το αυτί. Θα σε σύρω στην κουκέτα, εσύ θα ρωτήσεις "τι θες;" κι εγώ θα απαντήσω κάτι σαν "να γεμίσουμε το τρένο με ήχους απ' το καταπληκτικότερο σεξ που έχει γίνει ποτέ". Δε θα δείχνεις να με συμμερίζεσαι, γαμώτο.
Θα πάμε, λοιπόν, στην τραπεζαρία, το μπαρ ή όπως σκατά το λένε, εσύ θα πάρεις τον καφέ σου πετιμέζι κι εγώ κάτι με φρούτα, χυμό ή τσάι.
Τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ θα περνάμε μέσα από τοπία που δεν έχω φανταστεί ακόμα. Ιδανικά, ο ουρανός θα 'ναι πορτοκαλί.
Κάπου θα τριγυρίζει ένα μυρμήγκι. Θα το σηκώσω στον δείκτη και θα το βάλω ανάμεσά μας.
Θα σου πω κάτι που θα μοιάζει με "Είμαστε εγκλωβισμένοι σ' ένα τρένο, ενώπιον ενός τρίτου (θα κοιτάξουμε και οι δύο το ζαλισμένο μυρμήγκι, το οποίο θα βγάλει κάτω απ'την κοιλιά του ένα ημίψηλο κι ένα μπαστούνι και θα τα φορέσει). Βάσει συνθηκών, λοιπόν, δεν μπορείς να μου αρνηθείς πια τα δύο πράγματα που πάντα αρνήσαι: να δοκιμάσεις βρώμη και ν' ακούσεις Τσαϊκόφσκι". Θα απαντήσεις πως "ο Τσαϊκόφσκι είναι βαρετός", κι εγώ ίσως θυμώσω λίγο.
Εντωμεταξύ, το μυρμήγκι θα χορεύει με βήματα παράξενα και άγνωστα, που πρώτη φορά θα αντικρίσουμε και που -βεβαίως- θα μας παραξενεύσουν. 

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Το μέλλον απ' την κορυφογραμμή




Υπάρχει το μέρους όπου τα αγόρια που έκλαψαν στο λαιμό μου δεν έχουν πια πικρία στο μάτι. Εκεί, κρατάω καλάζνικοφ κι ο θάνατος αγγίζει γραμμωμένους φασίστες και χοντρόκοιλα αφεντικά. Το κορίτσι με την ωραία μυρωδιά με αγγίζει όπως πρώτα και τα τρένα κάνουν περισσότερο θόρυβο όταν περνούν. Ο βραδινός Πειραιάς ανήκει μόνο σε σένα κι εμένα, κι όλες οι γάτες έχουν φαΐ. Σε κείνο το μέρος τα αρχαία έχουν ξεχαστεί, κι ο Ιησούς δεν αναστήθηκε ποτέ. Εσύ βάζεις τα δάχτυλά σου ανάμεσα στους μηρούς μου, κι εγώ φροντίζω να σου κλείνω τα μάτια, όπως είδα να κάνουν στους νεκρούς, και να στα φιλάω.
Δεν είδα ποτέ καμιά ταινία, θα τις δω όλες απ' την αρχή. Κι όλοι οι φίλοι που σκορπίστηκαν για χάρη ασημένιων νομισμάτων, σύντομα θα επιστρέψουν στους στριμόκωλους καναπέδες μας. 

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2015

Πετρούλες




μικρές μικρές πετρούλες/πετρούλες για το κορίτσι/ξέρεις μάλιστα τις έβαλα σ' ένα βάζο με νερό για να είναι αιώνια όμορφες/αλλά δεν την-τις πρόλαβα/πετρούλες και για το αγόρι/αυτές κι αν πέρασαν απαρατήρητες/αλλά ρε παιδιά γιατί; πετρούλες με αποτυπώματα από πατούσες πετρούλες λουσμένες στο κάτουρο πετρούλες λιωμένες απ' το αλάτι/κι όμως εσείς δεν τις αγαπήσατε/γιατί ρε παιδιά; είμαι κι εγώ λουσμένη και λιωμένη μα μ' αγαπάτε/ή μ' αγαπήσατε/ίσως κιόλας δηλαδή δεν ξέρω/μ' αγαπήσατε κι ας έχω σκισμένα ρούχα κι ας μην είμαι σαν τις άλλες που αγαπήσατε/ουφ αυτό είναι καλό/ίσως κιόλας δηλαδή δεν ξέρω


πατάω πάνω σε πετρούλες πιο μικρές από αυτές που προσπάθησα να σας δώσω/κάποιες έχουν το χρώμα ιδαιτερότητα κάποιες την απόχρωση πνεύμα/όμως πετρούλες είναι/οι πετρούλες τσούζουν τις πατούσες πού και πού ή πέφτουν στη θάλασσα ή βουλιάζουν στην άμμο/ε τις χάνω κι εγώ/και γάμησέ τα μετά γιατί χάνω την ισορροπία μου/σωστά μάντεψες μετά γίνομαι κι εγώ πετρούλα και με αποκαλώ ανασφάλεια ή χαμό

Σάββατο 22 Αυγούστου 2015

σ.σ.σαμερ




Σήμερα θα είναι μεγάλη μέρα
-από εκείνες με τα πολλά ηλιοβασιλέματα
κι εγώ θα περπατώ τη λεωφόρο μονάχη μου
Εϊ! Μην κατσουφιάζεις, όλα είναι καλά
Άπαξ και μάθεις να το κάνεις, είναι εύκολο
αλήθεια σου λέω
Την πρώτη και τη δεύτερη και την πέμπτη,
ίσως και την εικοστή πέμπτη φορά,
νιώσεις τα ματόκλαδά σου βαριά
τις γροθιές σου σφιχτές
και τα χείλη δεμένα
Είδες; Καταλαβαίνω
Όμως μετά, κάφτρα με την κάφτρα
θα συνειδητοποιήσεις πως
ο κόσμος δεν είναι καλός τόπος για να περπατείς μονάχη
δεν είναι καλός τόπος για να περπατείς, γενικά
Οπότε οι μυς σου θα ξεσφίξουν
κι εσύ θα γίνεις πιο δυνατή
και πιο όμορφη
Άκου, αυτή τουλάχιστον τη συμβουλή
Μπορεί κάτι να έμαθα κι εγώ η μικρή

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

13.06.2015





Απ' το παρελθόν τρέχεις να κρυφτείς.
Το δικό σου, των άλλων
ίσως κι από την ανυπαρξία του δικού σου
Πολύτιμος φίλος για να είστε σε αντίθετες μεριές, που λες
Εγώ, η μικρή, αυτό έχω καταλάβει
Είμαι σίγουρη πως κι εσύ στα νέα σου χρόνια, αντίστοιχες παρατηρήσεις έκανες
Η διαφορά μας όμως είναι πως, εγώ δε θέλω να ξέρω για σένα
Και δεν έχει να κάνει με εγωισμό αυτή τη φορά
Ίσως γι' αυτό κιόλας να μιλάω τόσο,
για χαζά κι ανούσια

Είμαι ανούσια;
Ίσως
Τόσα "ίσως" μαζεμένα γύρω γύρω
Είμαι ένα μεγάλο "ΙΣΩΣ" καρφωμένο σ' ένα παλούκι κάπου σε μια πλατεία
ή λιγότερο ποιητικά, δεν έχω καταλάβει τίποτα για τον κόσμο
Εξάλλου, πώς αλλιώς εξηγείται το ότι κάποτε τον σπρώχνω
και κάποτε τον αγκαλιάζω;
Τι να σου πω
Θέτω ερωτήματα που ουδεμία σχέση έχουν με το πρόβλημα

(Ξέρεις ποιο πρόβλημα
Σου 'χω ξαναμιλήσει γι' αυτό
Και μάλιστα συνειδητοποίησα πως αυτό το πρόβλημα
είναι η πηγή όλων των προβλημάτων)
Έχουμε πλάκα
εμείς που νομίζουμε πως είμαστε σημαντικοί

Ίσως, λοιπόν,
εκείνη την ταινία
να την αδίκησα λίγο
Το να μπορεί κανείς να αποκτήσει λήθη
είναι ό,τι όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός αξίζει

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2015

Πεταμένα μεσημέρια









Ξάπλωσα θλιμμένη,
με εκείνο το βαρύ συναίσθημα
και την άστατη ταχυκαρδία
Σκέφτηκα "δες, έχετε συμφιλιωθεί"
και χαμογέλασα αμυδρά στη σκέψη της θλίψης να μου κρατάει το χέρι και μένα να μη με νοιάζει
Υπερτίμησα τον εαυτό μου θαρρώ
γιατί, κλείνοντας τα μάτια
κυριεύθηκα από τις ασχημότερες εικόνες
το νοσηρότερο εφιάλτη
το όνειρο το σάπιο που δεν έχει σχέση με τέρατα και ίσκιους
Πετάχτηκα πάνω, μα πείθοντας το κουρασμένο μου μυαλό πως απλώς πάλι το ίδιο με εμπαίζει
ο λήθαργος επέστρεψε
Και οι εικόνες, μα το διάολο, επέστρεψαν κι αυτές
Πόνος, τόσος πόνος και σιχασιά
"Γιατί το κάνεις αυτό;"
Και φώναζα μεσ' τη σκέψη μου "θέλω να φύγω από 'δω"
και λες και για λίγο το μυαλό μου με λυπήθηκε,
ξύπνησα.
Το σώμα μου δεν υπάκουγε, παραπατούσα
Οι μυς ήταν χαλαρωμένοι
και η γεύση πικρή
Όμως, το χειρότερο ήταν πως οι εικόνες παρέμεναν μέσα μου
κι εγώ δεν ήξερα πού, πλέον, να κρύψω το κουφάρι μου.

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2015

Του





Φοβάμαι τα έπιπλα
τις θυμίσεις τους
όλα τα πριν
κάθε ίσκιο
Φοβάμαι μια ύπαρξη
τις ρυτίδες
Φοβάμαι να ψάξω

Είμαι το παιδί που παίζει κρυφτό με το εγώ του