σήμερα πήδηξα τον φράχτη
για να βρεθώ στην αποβάθρα
για να βρεθώ στην αποβάθρα
έκατσα στο γωνιακό καφέ
ζήτησα τσιγάρο απ' τον κύριο στο δίπλα τραπέζι
εκμεταλλευόμενη, ίσως,
τα μοκασίνια και το παλτό που φορούσα
παρήγγειλα μηλόπιτα
η σερβιτόρα γέλασε
ίσως αναρωτήθηκε
αν είμαι απ' τους ανθρώπους
που η γειτονιά αυτή τοὺς φαίνεται
τόσο εξωτική
ώστε να παραγγείλουν εδώ μηλόπιτα
η αλήθεια είναι πως
τον δρόμο αυτό τον έχω ανεβοκατέβει
με νύχια και με δόντια
με κόκκινη μπλούζα οικοδομής
με την παλιά μου καμπαρντίνα
με λεωφορείο και με τρόλλεϊ
έχω κοντοσταθεί έξω από την εκκλησία
κυριακή πρωί
με μάτια στραμμένα στα μυστικά του βάλτου
γυρνώντας από δουλειά
γυρνώντας από πρόβα
πηγαίνοντας να συναντήσω
την τυχερή διασταύρωση
έχω κοντοσταθεί στους ορθογώνιους καθρέφτες
επί του πεζοδρομίου
πηγαίνοντας επίσκεψη στον γιάννη
που έμενε με τον μάκη, τη μαρία και την τσίτα
σ' ένα σπίτι που ο καθένας είχε το δικό του σαλόνι
και στην τουαλέτα κρεμόταν το κόμικ αυτό
που κρέμεται τώρα
πάνω απ' τον καναπέ μου
ο μάκης κι ο γιάννης ήρθαν κάποτε
όταν έμενα στην κορυφή αυτού του δρόμου
για να πάρουν τον φούρνο που είχαμε αγοράσει
ένα χρόνο πριν με την Κυριακή
η οποία,
όταν ήρθε ο μάκης κι ο γιάννης,
είχε αφήσει
τις κούτες με τα πράγματά της στο χολ
κι εμένα να κλείσω το σπίτι
στην κορυφή κι αριστερά του δρόμου
για να αφήσω, με τη σειρά μου,
τις δικές μου κούτες
στον έκτο όροφο
αγίου μελετίου και αριστοτέλους γωνία
δεν ξέρω τίποτα γι' αυτόν τον δρόμο
έχω καταχωνιάσει ό,τι κάποτε ήξερα
γι' αυτή τη γειτονιά
αλλά ποτέ δεν θα γίνω
σαν αυτούς
που τρώνε μηλόπιτα
ένα απόγευμα τετάρτης
σε γωνιακά καφενεία
απ' την άλλη,
ποτέ μη λες ποτέ
φίλη σερβιτόρα