Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Προς/Από





Ο μικρός ονειροβάτης πιάστηκε
απ' τη μύτη του Μουτζούρη
μια μέρα που το μαγαζί
είχε στόρια χαμηλωμένα.
Διένυσε πεντακόσια χιλιόμετρα
χωρίς συνοδηγό,
κι ήρθε εδώ για ν' αράξει στο παλιό μπαρ
της Φωκίωνος Νέγρη
μ' ένα ουίσκυ χωρίς πάγο,
ένα κρασί ή μια μπύρα
-δανεικά.
Σκοπό δεν είχε, κάτι γόνατα μοναχά
ήθελε να χαϊδέψει
και τα σκεφτόταν αυτά τα γόνατα
καθώς σάλευαν οι κεραμιδόγατοι
στο στενό πίσω απ' το μπαρ.
Και βρωμούσαν τα σκουπίδια, σα βγήκε
όξω για τσιγάρο, παρέα με τη συρφετή
μυρωδιά της αστίλας.
Ώσπου να, ένα ζευγάρι αδύνατα γόνατα
έτριξαν στη γωνία του δρόμου.
Το κίτρινο φως σκίαζε το βαμμένο
της πρόσωπο, το φόρεμά της
ήταν στυλ τσάρλεστον με μερικά
σκισήματα στις μασχάλες.
"Ήρθες" είπε, προσπαθώντας να φανεί
νηφάλια.

4 σχόλια:

Ένα τσιγάρο δρόμος...