Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

Πλάι πλάι





Ήρθε κι έδεσε ο γαμημένος ο Τσαϊκόφσκι
Κοντσέρτο Νο1 "EN SI BEMOL MINEUR"
Κι ας είσαι εσύ "πιο μετά - μπαρόκ"
Δεσποινίς, μας γαμήσατε τον κόσμο
κι ούτε που το φχαριστηθήκαμε
Έτσι δεν είπες;
Χωρίς τσιγάρα
Με το δίσκο απέμεινα
και τον καταραμένο το Σίγκμουντ
καιρό τώρα
Τρεις βδομαδες -άλλοι άντεξαν λιγότερο
Όχι, η καρμανιόλα ηχεί always the same
και τώρα κάτι μου 'ρθε για την ποικιλότροπη
και πολύγλωσση έκφραση -θεά Γλώσσα
Α, γάμα το
"Γαμάω -ώ" συνηρρημένο της α' συζυγίας
Συχνή χρήση
Αγαπημένη χρήση
Δόλια χρήση
Όμως να που ο Πιοτρ Ιλιτς
απόψε γίνηκε πιο φίλος
και συνεχίζει -μονάχος- στο πικάπ
Κι αφού η βραδιά κυλάει μουσικώς
το μεσημέρι σαν ξαπόστασα μ' επισκέφθηκε ο Νικ Κέιβ
Έβαζε ποτό, ουίσκι, Τζακ μόνο
πίσω απ' τη μπάρα, τη γνωστή
"Heal!" φώναζε
"Heal, heal, heal!"
Ο Νικ Κέιβ σου πήρε τη θέση
-κάποτε θα συνέβαινε κι αυτό
Και το σύμπαν το παράλληλο
των άλλων
είναι το δικό μας το προσωπικό
Συνήθισέ το
Ίσως κι εγώ προλάβω να μάθω ως τότε.

Au rev... μπα, όχι, γάμα το κι αυτό.

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Frank(l)y my dear, I don't give a damn





Κι αν τον σκοτώσω; Αν πάρω, ας πούμε, το μικρό σουγιαδάκι και το καρφώσω στο στομάχι του, πιέζοντας και στρίβοντας ελαφρώς προς τα πάνω; Φράνκι, αγάπη μου, θα σε πιάσουν. Ποιος; Κανείς δε θα με δει. Θα τον αφήσω αιμόφυρτο στη σκοτεινή αποθηκούλα, ενώ θα σκουπίζω τα χέρια μου και θα συνέχιζω τη μπύρα μου. Θα είναι το μικρό μας μυστικάκι. "Μυστικάκι"... Δε θέλω άλλο "μυστικάκι" Φράνκι. Μου αρκείς εσύ. Ωραία, δεν θα το πούμε μυστικάκι. Θα τον σκοτώσω και δε θα το μάθει ποτέ κανείς. Να, τίποτα να κρύψουμε. Τίποτα δε συνέβη. Ποιος θα αποδείξει ότι συνέβη; Ο νεκρός ή εγώ; Κανένα μυστικάκι. Η αλήθεια είναι υποκειμενική, ένας αχόρταγος Ιανός. Θα έκανες καταπληκτική παρέα με τους σοφιστές, μικρή. Χα! Αρχαία ρεμάλια, ποιος τους χρειάζεται αυτούς; Ούτε μια δημοκρατία δεν κατάφεραν να λειτουργήσουν. Σιγά που θα τους παραχωρήσω την προσωπική μου ανεντιμότητα.

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Αντί υστερογράφου





Το τσαλιμιασμένο ράδιο πάντα θα παίζει
εκείνα τα τραγούδια
πρωινά που το στομάχι είναι αδειανή σπηλιά
και το βλέμμα μοιάζει, θαρρείς, νεκρού
ύστερα από βράδια
στα οποία παρέδωσες
στάζοντας
ένα κόμματι απ' την αριστερή μεριά
του θώρακα.
Το μόνο θετικό
βρίσκεται στα μικρά εφεδρικά πλάνα
με τα μισοάδεια μπυρομπούκαλα
και τις φωνές στο κεφάλι σου που
καλούν
ένα όνομα -για να μείνεις
ένα όνομα -για να πεθάνεις
ένα όνομα -για να εξηγήσεις.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Attempt





Έκανα το γύρο του κόσμου
Είδα ζούγκλες με παράξενα φυτά
γερμένα δέντρα στις σκεπές μικρών καλύβων
Άγρια μούρα και φύλλα ορθάνοιχτα
κάτι τζιτζίκια που τα μπέρδεψα με ψύλλους

Θάλασσες μαύρες και πιωμένους πειρατές
πόρνες ολόγυμνες που πλένονταν στο Νείλο
Οι Άλπεις άσπρες, πελώριες, ψηλές
στους πρόποδές τους την ομίχλη ανταμώνεις

Αερόστατα πολύχρωμα, τρελά
Ροζ χελιδόνια και φωνές από ακρίδες
Θυσίες σε βωμούς,
σε μπαρ -φτηνό ουίσκι χωρίς πάγο

Πόλεις ασπρόμαυρες, μουντές, χωρίς χαρά
Δίχως πιανίστες, δίχως μάτια, δίχως σκύλους
Είδα και το νησί που λέγαμε παλιά
Ερήμωσε κι αυτό, σαν χάθηκε ο χρόνος

Μα πάντα κάτι έλειπε θαρρείς
Μια κουταλιά πιπέρι, λίγο αλάτι
Η λεπτομέρεια, εκείνη η διαφορά
που διαχωρίζει ένα έδεσμα απ' το φόνο

Άμα λοιπόν τα νέφη αισθανθείς
κάποια νυχτιά με κρύο, κομποσάλι
Να μάθεις ότι εγώ, εκείνο το παιδί
που ένα φεγγάρι σαν τρελός είχες ποθήσει
Το γύρο έκανα ετούτου του ντουνιά
μάτια να βρω κάπως να φέρνουν στα δικά σου
Μα πελαγώθηκα ξανά η καψερή
σα το νεράκι που δε μπαίνει στο αυλάκι
αφού το χείμαρρο εγνώρισε βραδιά
που τ' αστεράκια χόρευαν καρσιλαμάδες.

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Οδηγίες εξιλέωσης






Ποια είμαι;
Ξεσκίστε με
Γδάρτε μου το δέρμα των ποδιών
Κάντε μου έρωτα όλοι μαζί
αποδομήστε με
πονέστε με
φτύστε με
Κλωτσήστε την ανόσια μήτρα μου
σπάστε μου τα δάχτυλα
ράψτε μου τα χείλη
Κόψτε κομμάτια δέρμα απ' την
λεκάνη
το σαγόνι
και το σβέρκο
μου
Χτυπήστε με
κι άλλο
ταπεινώστε με
κι άλλο
Φωνάξτε μου
Περιγελάστε τη φάτσα αρλεκίνου
την άρθρωση παιδιού
Μη μ' αφήσετε να κλάψω
Διατάχτε να το βουλώσω
Σκίστε μου τα βιβλία
κι εξαφανίστε κάθε μολύβι

Κλειδώστε με
εκεί που η κάθε πέτρα τού ανήκει
Ξυπόλυτη
Γυμνή
Άσχημη
Με την ψυχή στη γλώσσα
-έτοιμη να φύγει
Επιτρέψτε μου, μόνο
να κλάψω
αυτόν
κι εμάς,
το καθετί που πυρπολήθηκε
πέρα μακριά
Δεν έχω τίποτ' άλλο να του δώσω
Ξέχασα ν' αγαπώ
Ξέχασα να 'μαι δική μου
Ξέχασα να υπάρχω.

Αποτελειώστε με.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

Το κορίτσι του Γιοστέιν





Γνώριζα ένα κορίτσι
που τις Κυριακές κρατούσε
μια τσάντα πορτοκάλια
και στεκόταν ανάμεσα στις δυο κάμερες ασφαλείας,
στον κενό χώρο της αποβάθρας όπου
κανένας γραβατωμένος υπάλληλος δεν την παρακολουθούσε
βαριεστημένα.
Η μια κάμερα κοιτούσε αριστερά, η άλλη δεξιά
και το κορίτσι απέναντι
απολαμβάνοντας ζωτικό χώρο
χρόνο
και λίγη μουσική.
Τα πορτοκάλια ήταν βαριά
το κινητό δεν έπιανε.
Κάποιος την περίμενε
δεκαέξι στάσεις
και μια αλλιώτικη ζωή
μακριά.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2016

Πας καιρός







22.2.16

Προλαβαίνω να βράσω και να ιδρώσω,
να συνειδητοποιήσω γιατί οι άνθρωποι παντρεύονται από έρωτα
και γιατί δε χωρίζουν μετά από τριάντα χρόνια έρωτα μετουσιωμένου σε ρουτίνα.
Βέβαια, εγώ μοναχά για σένα θέλω να μαγειρεύω
και μόνο από σένα θα ανεχόμουν να με ξυπνάς
για ν' αλλάξουμε μεριές.
Εσύ, εσύ, τι είσαι εσύ;
Όλη η αλφάβητος,
κάθε σκονισμένο βιβλίο,
μεταρσιωτικός καπνός
ο ένας
κι ο πολύς
η μάζα
το ακροδάχτυλο
-ΟΧΙ.
Αν όρισουμε κάτι, ξεκινά να υπάρχει
και, δε θέλω να μάθω αν υπάρχεις,
ή αν εγώ βρίσκομαι τόσο καιρό σ' ένα
λευκό δωμάτιο, μονάχη.
Προτιμώ την πλάνη,
την απουσία της αυθυπαρξίας μου
-παρά την απουσία της υφής σου.

Ύστερα, εκείνη η μικρή ελιά στο σβέρκο
το σημάδι στο δεξί σου φρύδι
οι γυμνασμένες γάμπες
-πώς θα επιβίωναν όλα τούτα
δίχως τα χάδια και τις εξονυχιστικές
ματιές μου 
πάνω τους;

Άστο γι' αύριο
εγώ δεν
εγκαταλείπω. 

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

ΚρΙΣη




Συνηθίσαμε 
να αποκαλούν δικτάτορες εθνικούς ευεργέτες
τα άψυχα παιδικά σώματα στις ακτές
αριθμούς νεκρών, πνιγμένων, αγνοούμενων 
νόμους, τροπολογίες, άρθρα
να μας σφυρίζουν στο δρόμο
το βιασμό
να φταίει το θύμα για το βιασμό
να χαμογελάμε μηχανικά
τον κατώτατο μισθό 

Συνηθίσαμε
τον Υπέροχο Πρώτο Κόσμο
τους άστεγους
τ' αδέσποτα 
τις αποκλεισμένες ράμπες των πεζοδρομίων

Κανένας ρομαντισμός
Μόνο οι θλιβερές υπάρξεις μας
Το "εγώ" και το "εμείς"
Οι τιποτένιες μούμιες που σέρνουμε αργά 
ως τον τάφο
Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα παρά ένα εργαστηριακό λάθος
Ένας τέρας που απομακρύνθηκε απ' το Φρανκεστάιν του
Μια λειψή οντότητα, βασισμένη σε Θεούς και Δαίμονες
για να δικαιολογήσει τις μίζερες πράξεις της

Μας πρόσφεραν το κομμάτι
κι εμείς παλεύαμε για την πίτα
Όμως, η πίτα σκουλίκιασε
-ώρα για ύπνο.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

Η θλιβερή διάκριση μιας καλής ημέρας




Μια καλή μέρα φαίνεται
από ένα χαλασμένο ραδιόφωνο,
μια πρωινή μπόρα
κι ένα ζευγάρι παπούτσια με άνοιγμα στη
σόλα.
Το πιο ευοίωνο στοιχείο στην ιστορία αυτή, όμως
είναι η Κόκκινη Ομπρέλα
Η Κόκκινη Ομπρέλα ήταν λίγο
καλύτερη
από άλλα κόκκινα πράγματα
(βλέπε Κόκκινη Πλατεία, κόκκινη ντομάτα γεμιστή στο φούρνο, κόκκινο αίμα σε βαμβακερό πουκάμισο)
-όχι όμως γιατί ήταν κόκκινη,
όσο για τ' ότι ήταν ομπρέλα.
Διότι,
όπως όλοι γνωρίζουμε
ομπρέλα κρατούσε η Μέρι Πόπινς
όπως και ο γίγαντας Χάγκριντ.
Κι αν εκείνη την ευλογημένη μέρα
μπορούσε κανείς να διαλέξει τι θα ήθελε να κάνει
με την Κόκκινη Ομπρέλα
ουκ ολίγοι
θα προτιμούσαν να πετάξουν σε κάποια
λονδρέζικη κεραμιδοσκεπή
και να καθαρίσουν κάποια λονδρέζικη καμινάδα
παρέα μ' έναν σβουνιασμένο λονδρέζο καμιναδοκαθαριστή.
Άλλοι πάλι, θα ήθελαν να βρεθούν
στο σταθμό του Κινγκς Κρος
στην πλατφόρμα 9 3/4.
Η ειρωνεία είναι
πως κανείς δεν τους ρώτησε,
κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να δώσει
μια δεύτερη ομπρέλα
ή έστω ένα χαρτομάντιλο για να σκουπίσουν
τα γυαλιά τους,
όταν η Κόκκινη Ομπρέλα
αποδήμησε εις Κύριον
τα 'παιξε
καπούτ
έσπασε.
Κι έτσι, μικροί κύριοι και μικρές κυρίες
με χαλασμένα ραδιόφωνα
και παπούτσια με άνοιγμα στη σόλα
συνέχισαν, ο καθένας το δρόμο του,
σ' αυτή την τόσο όμορφη
και τόσο βροχερή
εκείνη
μέρα.

Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

Ode




Hello Ziggy
it's me
-the only lonely girl you wish you'd ever met.
Our pathways never crossed
although your glitter used to stick in my hair
-casually.
But
there's this door, Ziggy
that Alice used to use
-I'm not sure how to get to it, really
but you should wait for me
right there.
And then,
I'm gonna treat you some tea
and the best Mary Jane you ever tasted

My name is Mary Jane, too, by the way
Will you taste me as well, Ziggy?

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

On time





Πού πήγαν όλοι;
Γιατί κανείς δε γελά
μηδέ επιδιώκει περιπέτειες;

Μα, κορίτσι
το πάρτι έγινε
-και το 'χασες.
Κάτσε, όμως, ν' ακούσεις ιστορίες
για τις αξέχαστές μας νύχτες.

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

No fate



Όλοι οι ρομαντικοί
οι παθιασμένοι με τη ζωή
οι εξεγερμένες
οι επαναστάτριες

Όλοι θα γίνουν γέροι αμίλητοι, αξύριστοι, τσιφούτηδες
γριές με ροζ φουστάνια
και περίεργα σκουλαρίκια.

Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Το κηδειόσημο



Σου δίνουν μια κλωτσιά
και σε πετάνε στον κόσμο.
Κι εσύ πρέπει να βρεις τρόπο
να συνειδητοποιήσεις
ποιος, πού, γιατί
και μετά
και τώρα
και τώρα τι.
Ο χρόνος είναι λίγος
περνάει
-πάλι πέρασε-
και πάλι
και το δευτερόλεπτο γίνεται
λεπτό και το λεπτό
αιώνας.
Κι ύστερα
σου κολλάνε ένα κηδειόσημο.
Το δικό σου
προσωπικό κηδειόσημο.
Μη νομίζεις, για όλους το ίδιο έχουν
"Η νεκρική ακολουθία θα τελεστεί ______
ώρα ___"
Τέλος.
Κλείνει το φέρετρο.
Κλαίνε, σε συζητούν.
Αναπολούν
ή σχολιάζουν το φουστάνι της μπροστινής,
την απουσία του αλλουνού.
Ναι, κανενός η κηδεία δεν είναι
όπως την είχε φανταστεί.
Κι αυτοί θα πεθάνουν,
και τα παιδιά τους,
κι ύστερα τα εγγόνια των παιδιών τους.
Και σύντομα, το όνομα θα ξεχαστεί
η μόδα θα 'χει αλλάξει
-θα φορούν μπρασελέ στα μαλλιά
και κιλότες στα στήθη.
Κι η γη θα γυρνάει
θα κάνει ελλειπτικές στροφές
κι άστρα θα εκρήγνυνται έτη φωτός
μακριά.
Και μια μέρα
ο ήλιος θα γιγαντωθεί,
θα καταπιεί τη γη
και κανείς δε θα θυμάται
κανείς δε θα πονά.
Κανείς δε θα καυχιέται πως υπάρχει. 

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Lacrima




Με 'κείνα τα μάτια
Ήξερες πως είχα δίκιο
Με 'κείνα τα μάτια με κοιτούσες
Μιλούσα, μ' έβγαζα στην επιφάνεια
Με 'κείνα τα μάτια
Και δεν είπες τίποτα
Με 'κείνα τα μάτια που παραπονέθηκαν
Γιατί έφερα άσσο
Με 'κείνα τα μάτια
Πρώτη φορά δεν απάντησες
Με 'κείνα τα μάτια που με φροντίζουν
Σώπασες
Με 'κείνα τα μάτια συνέχισες να μονολογείς
Με πλήγωσε που σώπασες
Με 'κείνα τα μάτια
Δεν ήθελα να ξέρω πως είχα δίκιο
Γιατί δεν έμαθα να έχω δίκιο
Κι όταν έχω δίκιο,
κάτι τρομερό συμβαίνει
Λοιπόν, προτιμώ να σου βγάζω τα μάτια
παρά να τα κοιτώ να δακρύζουν 

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Ο θάνατος της Λουζ





Σ' ένα χειρουργείο, κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ
θα βρεθούμε όλοι μαζί.
Θα σας περιμένω καθισμένη
στο μεταλλικό τραπέζι
ενώ θα πιάνετε θέσεις
σιγά σιγά
δίπλα στους καθαρούς τοίχους.
Κι όταν μαζευτείτε όλοι,
με ύφος τελετουργικό
θα πιάσω τα νυστέρια
και θα πράξω αυτό που
προετοίμαζα σε πρόβες και σκέψεις
και πορφυρούς διαδρόμους, ντάλα μεσημερί.
Τσιμπιδάκια, ψαλίδια
-μάλλον δεν θα ξέρω να τα χρησιμοποιήσω
με τρόπο άλλον απ' αυτόν που
ονειρευόμουν κάθιδρη.
Σαν σκίσω τη σάρκα και το δωμάτιο
γεμίσει αίμα
θα σας χαμογελάσω
βαθιά, ως τους αποσβολωμένους οφθαλμούς σας
κι ένα ένα θα αποθέτω
ποικιλόμορφα κομμάτια μου
στο παγωμένο μέταλλο.
Θα ξαπλώσω αιμορραγώντας
κι εσείς, παρακαλώ,
περάστε και συλλέξτε
ό,τι νομίζετε πως
σας ανήκει.
Το αποστεωμένο περιβάλλον
είναι το μόνο
σπίτι
που θα μπορούσαμε να συνυπάρξουμε.  

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

999 νύχτες




Δεν ξέρω πολλές ιστορίες.
Θυμάμαι μία μόνο, για μια κοπέλα. Γυρνούσε, λέει, απ' την πόλη κι είχε γεμίσει τη φούστα της δάκρυα και σάλια. Είχε ριγμένα τα μαλλιά στο πρόσωπο, κι έκλαιγε αθόρυβα -μη μας ενοχλήσει. Ούτε που σηκώθηκε κανείς μας να βοηθήσει, πράγματι. Τριάντα λεπτά λυγμοί, που λες. Τριάντα λεπτά μονάχη της, κι απ' τα παράθυρα ν' ακούγονται τα κάλαντα των παιδιών.
Μετά από καιρό, επέστρεφα σπίτι το χάραμα και από κάποιο παράθυρο άκουσα πνιχτές φωνές. Ο ουρανός κατράμι, κάποιος κόκορας λαλούσε περήφανα. Και τα βογγητά συνεχίζονταν. Μου καρφώθηκε, λοιπόν, η ιδέα ότι ανήκαν στην καημενούλα εκείνη που μοίραζε ψυχή στο δρόμο για την πόλη. Έκατσα στον τοίχο του σπιτιού, κι αποκαμωμένος απ' το κρασί, άναψα τσιγάρο. Το σεξ τελείωσε, και κάποιος έκανε να κλείσει το παράθυρο. Τα μαλλιά έπεφταν στην πλάτη και τις ρώγες της, σγουρά, μακριά και μαύρα. Ήταν σίγουρα αυτή!
Δεν πείραξα το σκηνικό. Βρήκα, μόνο, τον παλαβό κόκορα και του ζήτησα να με τρατάρει τσικουδιά. "Ηλίθιε! Τα ζώα δεν μιλούν" έκραξε κι έφτυσε μπροστά μου, γυρνώντας απ' την άλλη. 

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Οι θυμίσεις που εξαφανίστηκαν και έχασα τον τίτλο





Απόψε είναι το βράδυ που αερίζω τα σεντόνια. Στους τοίχους σύντομα θα κρέμονται μυαλά, κι ελπίζω οι θυμίσεις να εξαφανιστούν.
Θ' αφήσω ανοιχτά τα παράθυρα, θ' ανάψω το τζάκι -η καμινάδα θέλει καθάρισμα- και θα φύγω. Πολύ θα 'θελα να κάψω πίσω μου μπιχλιμπίδια και ψεύτικους κολλιέδες, ρούχα άφθαρτα και πονεμένους μήνες. Έπειτα, όμως, στέκω χωρίς δικαίωμα λόγου. Βόλτες στην Καλλιδρομίου ή τη Θεμιστοκλέους, μοναχά.

Δεν είμαι ακόμη έτοιμη να τακτοποιώ εποχές χωρίς να βήχω απ' τη σκόνη, κι ας κάνω φιλότιμες προσπάθειες. Για την ώρα, αρκούν τα κουτάκια.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Ωδή στη βλακεία






Οι επικίνδυνες πόρτες δεν ανήκουν μόνο στην Αλίκη.
Ιδίως όταν εκτρέφεις στα σπλάχνα σου ένα παιδί
που σου κλωτσάει το στομάχι
σου δαγκώνει τον πλακούντα.
Οι πόρτες δε ρωτάνε αν είσαι έτοιμη
-ας γνώριζες, αναθεματισμένη.
Όμως, καλά να πάθεις, ηλίθιο παιδί.
Η εξέλιξη σε προετοίμαζε αιώνες για να
μπορείς να τιθασεύεις τα ένστικτα που
αναδύονται απ' τα τάρταρα.
Κι όσα κι αν θες ν' αποδεικνύεις,
καλό είναι πού και πού να τις διατηρείς
κλειστές.

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

Σαν βγαίνει ο μπάτης





Το φως της μέρας θα ελαττωθεί.
Θα κλείσω τα μάτια και θα βγουν
βρεμένα βρέφη και γυναίκες και παιδιά.
Τα υγρά σώματά τους θα πέσουν πάνω στα δικά μας, και
θα σκύψουμε να προσκυνήσουμε για
πρώτη φορά.
Όχι τον άνθρωπο, ούτε κάποιον θεό ανεμοδάρτη
μα εκείνους και το ξεφτισμένο τους δέρμα.
Και θα ψελλίζουμε συγγνώμες για τα νεκροταφεία που γέμισαν
και το χρήμα που ξεχείλισε,
θα ντυθούμε με τα φλύαρα μαντήλια 
και με αίμα στις κλειδώσεις θα οδεύσουμε 
για τον πρέποντα θάνατο.
Ενάντια σ' αυτούς.

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Ο Μπι.



Ένα βράδυ πριν φύγουμε, είχε κατεβάσει όλη τη βιβλιοθήκη. Το πάτωμα γέμισε βιβλία και θραύσματα, ενώ αυτός τα ποδοπατούσε νευρικά. Έχανε κάτι χάπια. Έλεγε πως του τα πήρε η μάνα του, κι έριχνε παναγίες. Δεν ξέρω πώς το 'βγαλε εκείνο το βράδυ.
Συνήθως, βλέπεις, πριν βγούμε απ' το διαμέρισμα κούμπωνε ένα ή δύο χαπάκια, "ν΄αδειάσει το μυαλό". Μάλλον το ρημάδι άδειαζε παρέα με το στομάχι μοναχά, γιατί κάθε χάραμα που επέστρεφα σπίτι τον έβλεπα να σέρνεται, μ' ένα μικρό τσίπουρο στην τσέπη.
Κάπου κάπου τον έχανα. "Πάω για ψώνια" έλεγε, κι ας άκουγα το ρολόι να βαράει δώδεκα φορές. Ώσπου, του 'δεσα μια κόκκινη κλωστή στο χέρι, κι είχα την ψευδαίσθηση πως θα έμενε μακριά από σκόνες κι εφηβικές σπηλιές. 
Δεν ξαναμιλήσαμε. Η κλωστή μάλλον δεν έκανε πολλά. Ένα βράδυ μόνο, με πήρε κάποιο άγνωστο νούμερο. Τον άκουσα για δευτερόλεπτα, κι ύστερα μπιπ μπιπ μπιπ. Ρικόλ. Μπιπ μπιπ μπιπ. Ρικόλ. Όχι, όχι, όχι...

Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Εκείνα τα παιδιά






Υπήρξε μια εποχή
που καθόσουν στο πίσω κάθισμα του λευκού ρενό
και ρωτούσες, βάζοντας τη μύτη σου ανάμεσα στη μπροστινή
δεξιά πόρτα και τη θέση του συνοδηγού
"δε θα μαλώνουμε όταν γίνω δεκαπέντε, ε;"
Κι ύστερα σου πλεξε τα μαλλιά μικρές κοτσίδες
φορτώθηκες τη μεγάλη ροζ τσάντα
και ξεκίνησες.
Κυρία, ο Ανδρέας (με δ, όχι με τ)
Ο Ανδρέας, λευκή επιδερμίδα - μαύρα μαλλιά
Ο Ανδρέας, το όνομα του μπαμπά
Ο Ανδρέας, ανοιχτό μπλε πουκάμισο.
Γέμιζες τετράδια με γ -κεφαλαία, μικρά, κεφαλαία
όμως έβγαιναν "εκτός περιθωρίου"
Κι ήθελες να γίνεις δεκαπέντε
για να κρατάς το χέρι του Ανδρέα
ίσως και να του φιλάς το μάγουλο
κι αυτός να έρχεται σπίτι σου και να τρώτε κεφτέδες
Κι όταν μεγάλωσες λίγο ακόμα
το νέο σχολείο ήταν όμορφο
Μύριζε βιβλία, θειάφι και ζωή
Έμαθες φυσική
και τι πάει να πει "λανθάνων ερωτισμός"
πέφτοντας ταυτόχρονα σε κινηματογραφικά κλισέ
Ώσπου έγινες πια δεκαπέντε
και σκαρφάλωνες πάνω στον Ανδρέα
Κι ο Ανδρέας σε φιλούσε, όχι στο μάγουλο
μα στο στόμα, και τα στήθη, και το λαιμό
και χορεύατε Amy Winehouse
κι ήρθαν κι άλλοι μετά
κορίτσια με πράσινα μαλλιά
κορίτσια που έπαιζαν πιάνο
κορίτσια με γαλάζια μάτια
και το Κορίτσι - Ξωτικό
Κι έμαθες τη Θεμιστοκλέους
και πως το μαλοξ δεν είναι μόνο για το στομάχι
και κάτι που το 'λεγαν συλλογική κουζίνα
και μαγειρεύατε όλοι μαζί.
Όμως, πάντα έλεγες "πότε θα γίνω δεκαοχτώ;"
Γιατί τίποτα δεν αρκούσε
--ποτέ τίποτα δεν αρκεί--
ούτε η ελευθερία, ούτε οι τσίχλες, ούτε τα δρομολόγια του μετρό
Γιατί τσακωνόσουν
μ' αυτούς που πηγαίνατε εκδρομές με το λευκό ρενό
κι οι νύχτες γέμιζαν κάθε είδους υγρά
Ε, το λευκό ρενό το δώσατε
έδωσες και την παιδικότητά σου
Αλλά ας έχει
τα πότε και τα ποτέ
θα παραφυλούν αιωνίως

Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Αόριστη επανάληψη στο παρόν-μέλλον





Γιατί μιλάμε;
Δε φτάνει που γεννηθήκαμε με προνόμια
που δεν τολμάμε να κοιτάξουμε στα μάτια
Ούτε που απλώνουμε τα ρούχα μας
και αγοράζουμε τα τσιγάρα μας
Η Δύση έγινε τόσο άπληστη
ώστε επιχειρεί να αφηγηθεί ιστορίες που δεν τις πόνεσε
-κι ας της ανήκαν.
Τα νερά γεμίζουν σώματα
που θα σαπίσουν απ'την υγρασία
αν δε φαγωθούν απ' τα ψάρια
Κι όλοι κλαίνε, δακρύζουν -στην καλύτερη
Στη χειρότερη, αλλάζουν κανάλι
Και στις δύο περιπτώσεις
ξερνάνε αθώωση
Την αθώωση του δυτικού
πολιτισμού.

Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

Sincerely yours







Θέλω να συγκεντρώσω όλη τη μυρωδιά σου,
τα υγρά,
τα κομματάκια δέρμα 
που αόρατα ξεμένουν στο σεντόνι,
να τα βάλω σε μια μικρή φιάλη
σημαδεύοντάς την μ' ένα "ΑΝΑΚΙΝΕΙΣΤΕ ΚΑΛΑ".

Ύστερα θα την κρύψω πίσω
απ' τα βιβλία του δεύτερου ραφιού
ώσπου να σκεπαστεί από σκόνη
και ο κόσμος να ξεχάσει πως
σου 'κλεψα ό,τι πολυτιμότερο είχες.

Δε θα λησμονήσω.
Μόνο θα πάρω ένα άσπρο σπρέι
και θα γράψω στους ξυσμένους σοβάδες 
της εκκλησίας, πως μόνο εγώ
υπήρξα κοντά σου.
Κανείς δεν θα το δει.

Εμένα θα μου αρκεί όμως.
Βλέπεις, πράγματι, μόνο εγώ υπήρξα κοντά σου. 

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

Νέες λέξεις







Κοιτάω τα σαλιγκάρια που βγήκαν να συρθούν στην υγρασία
-πάλι εξατομικεύω.
Τα γλοιώδη σώματά του είναι γεμάτα
βρωμιά και χώμα
ενώ κρύβονται για να προφυλαχθούν
από βιαστικούς και άτρωτους.
Ένα πράσινο σαλιγκάρι βρέθηκε το πρωινό αυτό στο δρόμο μου
Σταμάτησα και του 'κανα σήμα να βιαστεί
διότι ξημέρωνε κι ο κόσμος
θα πηγαινοερχόταν.
Χαμπάρι.
Το τσίγκλησα μ' ένα αγριάρι, το 'σπρωξα
λίγο πιο 'κει.
Τίποτα.
Του φώναξα "γέρο, προχώρα"
και γύρισε να μ' αντικρίσει.
Οι κεραίες του συστέλλονταν και διαστέλλονταν
Ένιωσα σαν φοβικό ζώο
που θωρεί κυνηγό
πρώτη φορά.
Το σαλιγκάρι ήταν τόσο άσχημο, εκφραστικό
και ιδρωμένο.
Το 'βαλα στα πόδια

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

The sTOogeS heLped (a BiT)




Είμαστε καταδικασμένοι να μην ξεφεύγουμε
απ' την αυτοαναφορικότητα
και τις θλιβερές νουθεσίες
το εγώ που ορθώνεται και δε λέει να
σκύψει κεφάλι.
Οι πένες γρατζουνούν τα χαρτιά, αφού τα μελανοδοχεία
ξεράθηκαν,
κι ύστερα βαφτίζουμε τις γρατζουνιές
όπως εξυπηρετεί τις ψυχές μας.
Δένω ένα σκοινί και το σκαρφαλώνω
ενώ ξέρω την κατάληξη
γιατί, αλήθεια, ποιο το νόημα;
Αυτά τα πρωτόλεια μια μέρα θα καούν
όχι ως ανάξια
αλλά ως το καλύτερο μέρος της εαυτής μου.
Διότι, διάβολε, θεέ, μητέρα, πατέρα
αυτό είναι τέλμα μου
αυτή και η ουσία που καταπίνω όταν
κοιμάστε.
Δηλαδή, τούτο 'δω είναι το καλύτερο που
μπορώ να κάνω.
Πάρτε το χαμπάρι
η κόρη σας δεν φωσφορίζει
ούτε στη λάμψη, ούτε στο σκότος.
Μόνο φοράει όμορφα αθλητικά
κρατάει ένα πούρο κι ένα κρασί
και πιστεύει πως ξεφεύγει απ'τη
γήινη πλέμπα.
Όμως, ανάθεμα, μας χάρισαν τόσο
μεγάλη ποικιλία, που δεν αξίζεις να
πεις πως ξεχώρισες.
Θα ξεχαστώ
και το θέμα δεν είναι η υστεροφημία
ούτε η ικανοποίηση της πένθιμης ματαιοδοξίας.
Είναι μια μίξη αυτών των δύο.
Είναι που δεν κατάφερα να
καβαλήσω το διαστημόπλοιο
και που η αναγνώριση κρύβει
συμβιβασμό.
Γι' αυτό λέω πως δεν ξέρω τι παίζει
όταν ακόμα αμφιταλαντεύομαι
στο φάρδος και την ασθενικότητα.

Δεν χρησιμοποιώ ομοιοκαταληξία
γιατί δεν είμαι ικανή.
Πιο ικανή.

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2016

Επί τη ευκαιρία





Φώναξαν "σύντροφοι!"
κι εμείς γυρίσαμε να δούμε
ποιος λυκοκραυγή ορθώνει.
Τίποτα.
Φύλλα, κι ένας άνεμος φθισικός 
τρωτός όπως το ένδοξο
-στ' αλήθεια, τόσο ένδοξο-
παρελθόν.
Σαν θεόσταλτη τιμωρία (για όσα αμελήσαμε)
τα οστά μας πάγωσαν,
το δέρμα πέτρωσε.
Μόνο οι βολβοί δώθε κείθε τρέχαν.
Σκηνές βίαιες, χαμόγελα
όπλα, κόκκινο χρώμα
σκισμένα ρούχα, μαύρο χρώμα
μπογιατισμένα χέρια
όλα σα φιλμ χιλιοειδομένο.
Η ιστορία θα μάθει να μας αγνοεί,
αφού το παρελθόν σεβαστήκαμε
αντί να το χρησιμοποιήσουμε σα προσάναμα
στη μισόσβηστη φωτιά.


(Η ιστορία προχωρά, κι ιστορία κρίνεται. Το ίδιο και οι πουλημένες ηγεσίες, οι χαμένες ευκαιρίες και κάθε λογής πισωγυρίσματα σε κομβικές στιγμές)

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

TT






Είναι αυτό που κάποιοι το 
αποκάλεσαν κάπως -δε θυμάμαι
Κι εμφανίζεται ήρεμα μεσημέρια
ενώ τσαλακώνεις
τα σεντόνια με την παρουσία σου. 
Ή πάλι, τα αδιάφορα βράδια 
στην καρέκλα του γραφείου.
Άλλοτε στις στάσεις που έχει 
αργήσει το Β5 ή όταν
περιμένεις το φίλο να χαιρετήσει
έναν τρίτο και μια τέταρτη
κι έναν πέμπτο
μένοντας άκαμπτη κι ενοχλητικά χαμογελαστή.
Τότε που κοιτάς το τσατ ρουμ
και μετράς πράσινες κουκίδες, χωρίς
καμιά να σου κάνει, ενώ ξυπνούν
μέσα σου ψίθυροι
κατινίστικοι.
Πού και πού συνειδητοποιείς τη μητρότητά σου, ανοίγεις τα πόδια
και ξεπετάς αίμα, βλέννες 
κι ανήσυχα, μουγκά κουτσούβελα
Εγώ επιλέγω να μην κρύβομαι, λοιπόν,
πίσω απ' τα κεράκια της τούρτας.
Κι αποδομώ καθετί ποιητικό απ'
τα "ποιήματά" μου, ως μη ποιητικό.
Δεν είμαι μάνα, ντενεκές είμαι.
Το γνωρίζω και το τρέφω. Ντενεκές
γεμάτος, όχι κούφιος -σας παρακαλώ!
Εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ
εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ.
Σημείωση -να μάθω να μη φοβάμαι τη λέξη-
Εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ εγώ. Μεγάλωσα
κι έμαθα να τη χειρίζομαι, κυρά δασκάλα.
Όλα μαζί μου έχουν να κάνουν. Γιατί ο κόσμος είμαι 
εγώ. Καταλαβαίνεις;

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Χειμωνιάτικο πρωινό ξύπνημα Δευτέρας




Μένω εντός μου. Δε βαδίζω ούτε σκαλοπάτι παραέξω. Ανεβαίνω, γλυστράω και κατηφορίζω. Στριγκλιές και σπασμένα πιάτα, προτεταγμένα μαχαίρια και φουσκωμένες φλέβες, πρόσωπα άσχημα και θυμωμένα, χάπια που φωσφορίζουν σε κάθε ευκαιρία, μηχανές αυτοκινήτων που ενώ βάζουν μπρος, δεν ξέρεις αν θα επιστρέψουν. Εικόνες που δε θα μου κάνουν τη χάρη να μ' εγκαταλείψουν. 

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Σκόνη στο μπούστο





Μέχρι να έρθει το λυκόφως 
θα είμαι για πάντα το κοριτσάκι
που κρυβόταν κάτω απ' το
στρογγυλό, ξύλινο τραπέζι
στο σαλόνι.

Κι ύστερα, ως τη χαραυγή,
θα παραμείνω η μικρή
που περπατούσε στις μύτες της
για να μην κρυώνει.

Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2016

Προς/Από





Ο μικρός ονειροβάτης πιάστηκε
απ' τη μύτη του Μουτζούρη
μια μέρα που το μαγαζί
είχε στόρια χαμηλωμένα.
Διένυσε πεντακόσια χιλιόμετρα
χωρίς συνοδηγό,
κι ήρθε εδώ για ν' αράξει στο παλιό μπαρ
της Φωκίωνος Νέγρη
μ' ένα ουίσκυ χωρίς πάγο,
ένα κρασί ή μια μπύρα
-δανεικά.
Σκοπό δεν είχε, κάτι γόνατα μοναχά
ήθελε να χαϊδέψει
και τα σκεφτόταν αυτά τα γόνατα
καθώς σάλευαν οι κεραμιδόγατοι
στο στενό πίσω απ' το μπαρ.
Και βρωμούσαν τα σκουπίδια, σα βγήκε
όξω για τσιγάρο, παρέα με τη συρφετή
μυρωδιά της αστίλας.
Ώσπου να, ένα ζευγάρι αδύνατα γόνατα
έτριξαν στη γωνία του δρόμου.
Το κίτρινο φως σκίαζε το βαμμένο
της πρόσωπο, το φόρεμά της
ήταν στυλ τσάρλεστον με μερικά
σκισήματα στις μασχάλες.
"Ήρθες" είπε, προσπαθώντας να φανεί
νηφάλια.

Τρίτη, 12 Ιανουαρίου 2016

Αίμα

credits: “Dream A Dream” Bang Photography


Κοιμάμαι πάνω σε λεκέδες από αίμα, σκεπτόμενη αυτά που δε μ' αφήνεις να αρθρώσω.
Το συνοφρύωμά μου δεν κρύβει περισσότερα από αυτά που είναι: ξεχασμένες εικόνες από ένα αβέβαιο μέλλον.
Ποτέ δεν βάπτισα την πραγματικότητα ερωμένη κι η αλήθεια είναι πως συνήθως φιλώ τα ακροδάχτυλα του φανταστικού.
Όμως, το να μην αποδέχεσαι το παιχνίδι μου ενώ με αυτό σου πρωτοσυστήθηκα, είναι αγενές και βάρβαρο.
Όλο λες πως θες να βοηθήσεις,
ενώ οι συμβιβασμένοι σου τρόποι αδυνατούν να κινηθούν,
λες κι είναι σακατεμένα σώματα.
Κρέμεσαι από νήματα κάμποσα, δεμένα στις άκρες τους με μια παλιά δαχτυλήθρα.
Κι εγώ το δέχομαι, συγκαταβατικά.
Αλλά απόψε σε ρωτάω: Εγώ τι φταίω;
Ποτέ δε θα σε βάλω να διαλέξεις ανάμεσα στο φαράγγι και τον ποταμό.
Αυτό δε σημαίνει όμως πως δε θα συνεχίσω να πνίγομαι απ' τις κουταλιές νερού που με αναγκάζεις να ρουφάω απ' τη μύτη.

Κυριακή, 3 Ιανουαρίου 2016

Σκατά & σκόνη



Μια μέρα θα γράψω την 
πιο ιδιαίτερη ιστορία του 
κόσμου.

Κι ύστερα θα στη χαρίσω,
θα τη χώσεις σε κάνα συρτάρι  ντουλάπι,
και κάπως έτσι θα έχω εκτελέσει
το χρέος μου απέναντι στον κόσμο.