Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Gagarin 205



Ο κόσμος πηγαινοερχόταν, γελούσε, έπινε, καθόταν όπου έβρισκε. 
Μόνο οι δυο τους έμεναν ακίνητοι στην κορυφή της στενής σκάλας. 
Αυτή ένα σκαλοπάτι πιο κάτω, αυτός μισογερμένος στον τοίχο.

Δεν ήταν απ'τα συνηθισμένα φιλιά τους. Όλα γίνονταν αργά. Ήρεμα. Χωρίς βιασύνες. Ο χωροχρόνος ποτέ δεν είχε υπάρξει. Τα πρόσωπά τους μάλλον έδειχναν γαλήνια, παραδομένα στον καπνό και τη μουσική. 

Ώσπου το κεφάλι της εξερράγη. Μαύρες και άσπρες λωρίδες και αστεράκια αναβόσβηναν μπροστά της -χόρευαν, καλύτερα. Δεν μπορούσε να δει. Προσπάθησε να κατέβει τη στενή σκάλα -κατέληξε γραπωμένη από κάποιον με λευκό πουλόβερ. 


Οι τιράντες από το φόρεμά της είχαν κατέβει. Εκείνος την κρατούσε αγκαλιά. 
"Σε λίγο φτάνουμε, άντεξε". 
Τα καυσαέρια της Λιοσίων επανέφεραν τον κόσμο στη θέση του. Η φωνή του ηχούσε στ' αυτιά της λιγότερο απόκοσμη.
"Είμαι καλά". Της έδωσε νερό. 
"Είμαι καλά".


Κι όμως, τίποτα δε θα μπορούσε να έχει πάει καλύτερα.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Εφτά



Τον μύριζε στα ακροδάχτυλά της.
Την κρατούσε αγκαλιά. Ήταν γυμνή και κρύωνε. Κι αυτός την έσφιγγε πάνω του. 
Τα πρόσωπά τους φωτίζονταν ελάχιστα -άγνωστη η πηγή του φωτός. 
Τα χέρια του άγγιζαν το σώμα της, εκείνη ανατρίχιαζε. Η όμορφη θολούρα...

Αργότερα, έπιναν τα μιλκ σεϊκ τους, με το κοντέρ να δείχνει 100 και το χέρι του να ακουμπάει τα πόδια της. 


Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2014

Δύο χειμώνες και δύο καλοκαίρια μετά



Ήταν, λέει, σε κάποια ταράτσα και έπιναν μπύρες. Γύρω γύρω φυτά, και από κάτω τους η Αθήνα.
Καλοκαίρι.
Ο ουρανός ξάστερος, ο άνεμος είχε βδομάδες να δροσίσει την πόλη. Οι ήχοι των δρόμων δεν άγγιζαν την ταράτσα.

"Τα καταφέραμε, ε..."
"Είχες ποτέ αμφιβολία μωρό μου;"

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Αφήστε το



Και να σου πω και κάτι;
Ποτέ μου δεν άντεξα τις αναμονές.
Αναμονές στον έρωτα, στα τηλέφωνα, στις συναντήσεις, στο λόγο... Ποτέ και πουθενά.
Έλα όμως που ολάκερη η ζωή είναι έτσι -αναμονές. Ναι, αναμονές και όρια.
Εγώ, για να ξέρεις λοιπόν, ούτε το ένα άντεξα ποτέ, ούτε το άλλο. 
Κι όταν θα στρέψω το πιστόλι στον κρόταφο, θα 'ναι επειδή κάποια γαμημένη αναμονή 
φύτρωσε ξέμπαρκη, 
ή επειδή κάποιο όριο ξεπέρασε τον εαυτό του. 

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Βήτα



Κι αν ποτέ σου καταλάβεις
τι νιώθω καθώς φεύγεις
Ή πόσο σε χρειάζομαι κάποιες νύχτες
που ξέρω πως δε θα σε βρω στη ντουλάπα μου,
τότε θα θύμωνες με το σύμπαν,
το χρόνο,
τους θεούς
και τις συγκυρίες.
Θα πονέσεις γιατί θα ξέρεις πως θα πονάω κι εγώ.
Όμως, αν κάτι γιατρεύει τις Κυριακάτικες πληγές,
είναι που ξέρω πως θα σε ξαναφιλήσω

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

ΒΙ - ΑΪ - ΑΪ



Τον είδε από μακριά να την περιμένει. Ρούφηξε μια τζούρα από το τσιγάρο της και έριξε άσκοπα υπεροπτικές ματιές στους γύρω της.
Έσβησε το τσιγάρο μπροστά του. "Καλησπέρα".
Δεν κατάφερε να διατηρήσει το απόμακρο ύφος της -σύντομα της κρατούσε το πρόσωπο και την φιλούσε.
"Ποιον κοροϊδεύεις, μικρή;"

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Όταν δακρύζαμε

9.2.2014



Σου είχα πει πως μπορώ να σε δω να πονάς όταν παίζεις. Και σήμερα, λες και το είχα ξεχάσει, έβαλα ένα βίντεο με σένα να τραγουδάς Σιδηρόπουλο.

Μου είχες πει, σε μια απ' τις κρίσεις απαισιοδοξίας σου, πως θα σε ξεχνούσα σύντομα. Σου είχα απαντήσει με ένα ήρεμο "όχι", ενώ μέσα μου αναρωτιόμουν πώς θα μπορούσες εσύ να πιστεύεις κάτι τέτοιο.
Το βίντεο αυτό, είναι τραβηγμένο πριν. Τότε, στις αρχές.

Τα συναισθήματα εκείνου του βραδιού... Ένα σφίξιμο στην καρδιά. Μελαγχολία. Συναίσθημα βαρύ.
Κι όμως, δεν θα καταλάβαινες ποτέ τι ένιωσα. Πώς, όταν έφυγα αφού έπεσαν οι πυροβολισμοί, είχα ανάγκη για το βλέμμα σου. Όχι, δε θα μπορούσες να το κατανοήσεις. Μέσα στον λανθάνοντα ρομαντισμό και τη σκληρόπετση στάση, κάτι πάντα έχανες.

Δε θα ξαναγράψω για σένα -αυτό κι αν είναι πρόκληση. Απλώς, ξέρεις, είμαι καλά. 
Κι όποτε σε σκέφτομαι, είναι κυρίως σκόρπιες σκέψεις. Τα "αν", οι νοσταλγίες και οι αναπολήσεις, μας την έχουν κάνει από καιρό.
Εξάλλου, εμείς περάσαμε. 


Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Αχά



Πριν τον γνωρίσει, τα πάντα βρίσκονταν σε πρόγραμμα.
Ξυπνούσε στις έξι, έπαιρνε κατά τις εφτά το λεωφορείο, και γύρω στις οκτώ παρά ήταν στον προορισμό της. Η μέρα συνεχιζόταν στην ίδια τακτική ρουτίνα -με ελάχιστες εξαιρέσεις.

Μετά τις γιορτές -αφού, δηλαδή, τον γνώρισε, όλα άλλαξαν.

Σηκωνόταν στις οκτώ, έπαιρνε το λεωφορείο των εννιά, γυρνούσε σπίτι στις τρεις.
Κοιμόταν ξημερώματα, ξυπνούσε με κέφι.
Τραγουδούσε στο δρόμο και χαμογελούσε στ' αδέσποτα.
Κι όποτε τον έβλεπε, τον κοιτούσε κατάματα.

Δεν ήθελε να τον αφήσει να καταλάβει. Διότι, αυτό θα ήταν το ένα και μοναδικό του εισιτήριο... 

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2014

Ωδή στη μόνη εκείνη



Μια φωτογραφία, δυο χρόνια πίσω.
Εκείνη -μακριά καστανόξανθα μαλλιά, απαλό πρόσωπο, αθώο βλέμμα, γλυκά χείλη.
Το κορίτσι που αγάπησα, με κεφάλι γεμάτο θησαυρούς. 

Στη φωτογραφία φοράει ένα στεφάνι με λουλούδια -Πρωτομαγιά 2012. Πριν μεγαλώσει, πριν γνωρίσει, πριν το "τώρα". Στο "τώρα", με τις πράξεις, τα λόγια και τις σκέψεις της αποτυπωμένες στο πρόσωπό της -σα βαθιές, αόρατες ρυτίδες. Κι όμως, δεν πάει καιρός από τη φρεσκάδα και το χαμόγελο.

Κι εγώ άλλαξα -ποτέ κανείς δε μένει ίδιος. Παραμένει όμορφη. Αλλά δεν είναι η ίδια. 
Κι όμως, στο μυαλό μου πάντα θα έχω την εικόνα εκείνης της άβγαλτης μικρής, με την οποία περάσαμε τις ιστορικότερές μας νύχτες κάπου στο πέρασμα της εφηβείας.

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

1/2/2014



Η Βουλή φωτισμένη.
Ο ήχος απ' τα ξύλινα παλούκια που ακουμπάνε την άσφαλτο, οι μαυροκόκκινες στον αέρα να κυμματίζουν, νέα παιδιά παντού... Μπάτσοι παντού.

Δύο ομάδες. Ένας πόλεμος. Μία πάλη ιδεών, που ξετυλίγεται σαν το πιο επικίνδυνο ανθρωποκυνηγητό.

Βλέπω το Σπύρο να με χαιρετά από μακριά. Το πρωί καθόμασταν στο ίδιο τραπέζι συζητώντας. Φορούσε τζιν και καρό πουκάμισο. Τώρα έστεκε δίπλα μου με φόρμα και αντιασφυξιογόνα μάσκα. Έμοιαζε ψηλότερος...

Ώρα αργότερα, βρισκόμασταν πάνω στην Πανεπιστημίου μιλώντας για ένα περιστατικό που μόλις είχε συμβεί. Χαλαρωμένα αντανακλαστικά.

Ένας κρότος ακούγεται λίγα μέτρα πίσω μου, και φωνές πλυμμηρίζουν τον αέρα. Τον πιάνω από το χέρι και τρέχουμε. Περίπου χίλια άτομα κατηφορίζουν την πλατεία Συντάγματος. Ο λαιμός μου καίγεται. Κάποιος μου δίνει ένα πακέτο χαρτομάντηλα. "Βρεξ' τα και δώσε και στο παιδί δίπλα σου". Ήξερα πως δε θα έκαναν δουλειά. 

Είμαστε στην αρχή της Μητροπόλεως. Φωνές παντού. 
"Μυρίζει μπαρούτι..."

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Αυτό είναι γι' αυτή



Μπαίνει μέσα, κι ο αέρας γεμίζει όμορφα αρώματα.
Κάθεται δίπλα μου και συνήθως δε μιλάει. Της ρίχνω κλεφτές ματιές.
Κοιτάω, δήθεν έξω, μα απλώς ψάχνω αφορμή να τη συμπεριλάβω στην περιθωριακή μου όραση.

Τα μαλλιά της είναι μακριά. Φτάνουν ως τη μέση της, κυματίζοντας. Και κάνουν αντίθεση με τα μάτια της -ένα ψυχρό γαλάζιο. Έχει λίγο στραβό χαμόγελο και μικρό στόμα. Μικρή μύτη και λευκή επιδερμίδα.
Το βλέμμα της είναι θλιμμένο. Περπατά με το κεφάλι κάτω. Την παρακολουθώ να φεύγει απ' το οπτικό μου πεδίο: κουρασμένο περπάτημα, καμπύλες, όμορφο στήθος.

Δεν είναι μόνο η ομορφιά της. Είναι τα όσα λέει. Ο τρόπος που κινείται. Το γέλιο της. Το βήμα της. Η μουσική που ακούει. Η εφευρετικότητά της. Η φαντασία της. Οι σκέψεις της. Όλα αυτά που καθρεπτίζονται στο χαμόγελό της.

Είναι που είναι αυτή.
Είναι που στέκω ανύμπορη να της πω το οτιδήποτε έξω απ' τα συνηθισμένα.

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Άσ' τα Κρίνα να λένε



"Εγώ τα ρεμπέτικα από 'σένα τα 'μαθα. Με 'σένα εκτίμησα το μπουζούκι και τις τούρκικες επιρροές στη μελωδία. Γι' αυτό τώρα νιώθω ένα σφίξιμο όποτε ακούω πενιές... Γιατί μου φαίνεται περίεργο να μη σε βλέπω τριγύρω.
Προχθές πήγα και στάθηκα κοντά εκεί που καθόμασταν. Κοιτούσα έναν παππού που έπαιζε ακορντεόν κι έβλεπα τον κόσμο να περνάει. Ζήτησα από κάποιον ένα τσιγάρο, αλλά δεν είχε.Ή δεν ήθελε να μου δώσει.
Δεν ξέρω γιατί έκατσα εκεί, τελικά.
Δεν περίμενα εσένα, πάντως".


Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Σου είπα

Δεν καταλάβαινε τον εαυτό της. Αδυνατoυσε.
Αφού πονούσε! Γιατί το έκανε αυτό;
Οι πληγές ακόμα ανοιχτές. Κι όμως, το μαχαίρι με το αλάτι έκαναν καλά τη δουλειά τους.
Όσο έτριβε τις πληγές, τόσο αυτές μάτωναν. Ξανά και ξανά.


Ω ΑΝΟΗΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ,
ΤΙ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΙΣ;

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Ο Ζήτα



(γραμμένο λίγο πριν το χειμώνα του '13)


Απόψε θα σας αφηγηθώ μια ιστορία. Ιστορία βιωμένη παράξενα, από αυτές που τις αφήνεις να κυλήσουν και συνειδητοποιείς πόσο ίδιες είναι όλες οι ανθρώπινες σχέσεις, ώσπου τελικά τα πάντα καταλαγιάζουν.

.~.

Είναι φορές που άλλες προθέσεις έχεις για κάποιον σαν τον γνωρίσεις, κι αλλιώς καταλήγετε.
Τον γνώρισα Χριστούγεννα. Κι ενώ στην αρχή δεν ήθελα τίποτα παρά να του πάρω μερικά φιλιά, έφτασα να τον ακούω, και παράλληλα να του ανοίγομαι, λες και ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός που ποτέ δεν είχα.
Ο ίδιος ήταν η επιβεβαίωση του τι μπορούσε να κάνει μια βλαπτική και βλάσφημη -ταυτόχρονα- κοινωνία σε κάποιον με χαμηλές άμυνες και ωραία ψυχή.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που με εκνεύριζε και ήθελα να του σπάσω τα σαγόνια. Πάντα, όμως, μου υπενθύμιζε με τον τρόπο του, πως πίσω από τα τείχη κυνικότητας που είχε υψωμένα για προστασία, δεν ήταν παρά ένα παιδί. Όχι από άποψη ανωριμότητας, μα από την αθωότητα που επιλεκτικά φανέρωνε πίσω από τις λέξεις του. Σπάνια, μα έντονα, μπορούσα κιόλας να διακρίνω μια αύρα ρομαντισμού μέσα του.
Και όνειρα –ναι, όνειρα.

Ήταν το αγόρι που πονούσε και δεν το έδειχνε, που ερωτευόταν και προσπαθούσε να το πνίξει.
Τον ένιωθα κοντά μου. Πιο κοντά μου απ’ όσο θα τον ένιωθα μετά από ένα καλό πήδημα. Και δε μετάνιωνα στιγμή που τα πράγματα κυλούσαν έτσι.

Είχα την ευκαιρία να καταλάβω πως το χιούμορ και ο κυνισμός, ήταν απλώς ένα περίβλημα που υπηρετούσε άριστα το σκοπό του: να τον προστατεύει απ’ όσα δε μπορούσε να διαχειριστεί. 

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

(οχι) φτηνα τσιγαρα

13/1/2014



και ξερεις κατι;

οταν περπατουσαμε,
οταν χαζευαμε την εκκλησια στην πλακα,
οταν περασαμε εκεινη την πρωτη νυχτα πινοντας,
οταν σε χαζευα να τρως,
οταν μου ειπες πως δεν ηξερες την αρεως κι ας την ειχες χιλιοπερπατησει,
οταν κοιταζομασταν ενω πιναμε ζεστα,
οταν λεγαμε αληθειες που κρατουσαμε για καιρο,

τοτε ηταν που εκπληρωσες ο,τι ποτε σου ζητησα.

-τι θες απο μενα;
-στιγμες

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Ανατολή



Πίστευε στην ευτυχία που φέρνει ο έρωτας.

Εκείνο το πρωί όμως, σηκώθηκε και θυμήθηκε πως μπορούσε να πατήσει στα πόδια της. Διότι, εκείνο το πρωινό, σηκώθηκε μόνη. Χωρίς κάτι να ελπίζει, μήτε κάποιον να περιμένει.

Κι όμως, δεν ένιωθε κενή. Ούτε καν μελαγχολική. Ίσως μια πικρία, μα κι αυτή αμυδρή.
Και όλα, όλα, όλα, όλα, όλα
ήταν πολύ ευκολότερα.

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Οου γιες σι ιζ



Έλα τώρα, ηρέμησε.
Μην κλαις.
Να δεις που με τον καιρό η πληγή θα γιάνει -το θυμάσαι που στο 'λεγα μικρή;

Σύντομα θα μπορείς να χρησιμοποιείς τις λέξεις που στον θυμίζουν ήρεμη. Τα μέρη που πήγατε θα γίνουν ξανά μέρη κοινά, χωρίς καμιά διαφορά από τ' άλλα που περπατάς.
Σιγά σιγά, τα τραγούδια θα πάψουν να σε οδηγούν στο να τον σκέφτεσαι, και θα ξεχάσεις τον ήχο του γέλιου του.
Ο τρόπος που φτιάχνει τα μαλλιά του, και το πόσο ανοίγει το στόμα του όταν χαμογελάει, γρήγορα θα γίνουν ξεθωριασμένες λεπτομέρειες, ενώ τα θέματα των συζητήσεών σας θα φυλαχθούν σε κάποιο συρτάρι στο πίσω μέρος του μυαλού σου.

Ηρέμησε. Κι αν ήταν αυτό που ζητούσες, τι πειράζει; Λες και οι άνθρωποι δε μάθαμε να χάνουμε ό,τι ποθούμε.

Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Η κυκλοθυμία του νέου χρόνου


"Θέλω να δω να ξημερώνει" είπε και τον κοίταξε.
Η μικρή σοφίτα έμπαζε κρύο. Οι ήχοι του πάρτι που γινόταν λίγους ορόφους παρακάτω βούιζαν στ' αυτιά τους.
"Αν κοιμηθώ, να με ξυπνήσεις. Θέλω να δω να ξημερώνει!" συνέχισε, και ξάπλωσε δίπλα του.
Η φιλία τους, με την έλευση του '14, μετρούσε εννέα χρόνια.

"Πάμε να πιούμε τίποτα", του είπε τελικά και σηκώθηκαν.

Την πήρε ο ύπνος δίπλα του κατά τις πέντε. Μόλις εκείνος συνειδητοποίησε πως κοιμόταν, την καληνύχτισε και έφυγε για το δωμάτιό του.
Ούτε εκείνη, ούτε εκείνος είδαν τον ουρανό να ξημερώνει.

Το επόμενο πρωί έβρεχε. Η σοφίτα ήταν παγωμένη.

"Καλή χρονιά" ψιθύρισε στον εαυτό της.

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Ένα βράδυ μακριά

Δεκέμβρης



Το μάλλινο πουλόβερ γλύστρησε πάνω στο γυμνό σώμα της με ευκολία.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
Όχι, δεν της πήγαινε. Κι όμως, του έβρισκε κάτι χαριτωμένο.
Έκανε μια στροφή και ξανακοίταξε το είδωλό της. Μια σκέψη πέρασε απ'το μυαλό της.
Λες και για μια στιγμή, το πουλόβερ ανήκε σ' αυτόν. Μόλις είχε ξυπνήσει, κι έκανε κρύο. Το βρήκε πεταμένο δίπλα στο γραφείο του. Πατώντας στις μύτες των ποδιών της, άρχισε να χορεύει. Ήταν μια μικρή, άγαρμπη μπαλαρίνα.


ΞΥΠΝΑ

Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

---x




"Τι σου 'χει μείνει από μας;" τη ρώτησε.

Εκείνη κοίταξε το ρολόι. Τρεις και τέταρτο, περασμένα μεσάνυχτα. "Είναι ώρα για τέτοιες ερωτήσεις;" αναρωτήθηκε.
Μην θέλοντας να διαλύσει τις νοσταλγικές του τάσεις, μπήκε στη διαδικασία ν' απαντήσει.
Προσπάθησε να σκεφτεί. Να ξαναζωντανέψει συναισθήματα.

Μάταια.
Οι προσπάθειές της αποδείχτηκαν άκαρπες.
Καμιά εικόνα, καμιά ανάμνηση, καμιά μυρωδιά. Τίποτα που να επιβεβαιώνει πως αυτοί οι δύο κάποτε υπήρξαν μαζί.
"Η μνήμη μου...". Το παιχνίδι ήταν κιόλας εις βάρος της. Οι μικρές στιγμές που ήξερε πως θα έχανε, την είχαν κιόλας αφήσει. "Η μνήμη μου...".

Ο εγκέφαλός της, της έβγαζε κοροϊδευτικά τη γλώσσα. Πράγματα που είχε ανάγκη να θυμάται, πράγματα που η ίδια χρειαζόταν μέσα της, το μυαλό της τα είχε κιόλας αποβάλλει.
Στιγμές μικρές, εικόνες μια όμορφης ζήσης, διόλου μακρινής, είχαν εξανεμιστεί.

"Δεν..."

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Το μινόρε του



Ένα άρωμα παράξενο, ασυνήθιστο. 
Φυσικά και της ταίριαζε.
Τη ρώτησα για το ταξίδι. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου απ' το πρόσωπό της. Ήθελα ν' αγγίξω τα μαλλιά της.

Αναρωτιόμουν πότε θα έφτανα στο σημείο να μη σκέφτομαι. Ούτε τους βαθμούς, ούτε τα σχέδιά μου για το βράδυ, ούτε αυτόν. Κυρίως αυτόν. Πότε θα σταματούσε η καρδιά μου να επιταχύνει τους χτύπους της όποτε μου έλεγε κάτι έξω απ'τα συνηθισμένα.
Τον παρατηρούσα το προηγούμενο βράδυ να παίζει. Έσφιγγε την κιθάρα πάνω του. Ο Τσιτσάνης, ο Χιώτης, ο Βαμβακάρης εκτοξεύονταν από μέσα του, χωρίς ο ίδιος να φανέρωνε κάποιο συναίσθημα που να επιβεβαίωνε τα όσα τραγουδούσε.
Προσπαθούσα να μαντέψω τι είδους εικόνες περνούσαν απ' το μυαλό του. Αν με σκεφτόταν, αν ήθελε να με κοιτάξει.
Πάντα τα ίδια συμπεράσματα.

Δεν ήμουν αντικειμενικός κριτής -πώς θα μπορούσα, άλλωστε;

Περνούσε ο χειμώνας, περνούσα κι εγώ

Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Το Α-διανόητο/Το Α-πρόοπτο


11.2.2014

"Καθαρότητα".
Έτσι έγραφε στα χαρτιά.
Οι μέρες της μαζί του ήταν μια πλατιά, χωρίς όρια καθαρότητα.

Μετά το σκοτεινό χειμώνα, και κάπου στο τέλμα της αναζήτησης του τέλειου, είχε έρθει εκείνος. Με μια αθωότητα που θα ζήλευαν πολλοί μικρότεροί του, και με θελκτικές ατέλειες να τον καταλαμβάνουν, κατάφερε να εισέλθει ήρεμα στον κόσμο της, και να τον διαταράξει επιτυχώς.

Ένιωθε όμορφα δίπλα του -χωρίς να πονάει.
Ω, μη γελάς. Αυτό το "χωρίς να πονάει", αυτή η λεπτομέρεια, η δευτερεύουσα πρόταση η υποδεέστερη της κύριας, ήταν που έκανε τη διαφορά.

Μπορούσε να του σφίξει το χέρι στη μέση της Ερμού, μπορούσε να του χαϊδέψει τα μαλλιά σε κάποιο στενό στου Ψυρρή, μπορούσε να τον φιλήσει ενώ περίμεναν τα ζεστά τους σε κάποιο μαγαζί, μπορούσε, μπορούσε, μπορούσε.
Και δεν τους ένοιαζε αν τους έβλεπε κάποιος. Και αυτό την ανακούφιζε.
Ήθελε να του πει "μείνε". Δεν το κανε. Ήλπιζε να το καταλάβει μόνος του.
Αλλά το μετρό φεύγει νωρίς. Τι να προλάβεις...

Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Faithful/D



Συνήθως ήθελε να θυμάται τα όνειρα που έβλεπε τα βράδια. Τα έγραφε σ' ένα τετράδιο, ώστε να τα ζωντανεύει όποτε ήθελε συντροφιά.
Εκείνο όμως το όνειρο, ήθελε μανιωδώς να το ξεχάσει. Να το αφήσει να σκονιστεί, να χαθεί στη δίνη του μυαλού της.

Ήταν ένα από κείνα τα όνειρα που ευχόμαστε να ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ένα από 'κείνα τα όνειρα που, το τόσο πάθος μας γι' αυτά, μας οδηγεί στην υπερβολική ανάλυση των πραγμάτων, κι επομένως, στη δυστυχία.

Ευχόταν, λοιπόν, να μπορούσε να σβήσει τις σκληρές εικόνες που το υποσυνείδητό της, της είχε προβάλει εκείνο το βράδυ.

Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

Χειμωνιάτικο βράδυ



Το φεγγάρι έλαμψε.
Δεν το είδα, το κάλυπταν τα σύννεφα. Μα είμαι σίγουρη, έλαμψε.

Ο άνεμος κόπασε.
Τ' αστέρια αναβόσβησαν. 

Χαμογέλασα.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014

"Όλα είναι στιγμές"

9.12.13



Κι είναι κι αυτά τα πρωινά που δε θες να σηκωθείς απ' το κρεβάτι, κι όλα τα τραγούδια στο ράδιο ακούγονται καταθλιπτικά, κι εύχεσαι να μπορούσες να κρυφτείς σε κουκούλι.
Δε μπορείς να φορέσεις τη μαύρη καμπαρντίνα. Κι ούτε μπορείς να στρίψεις τσιγάρο. Και φυσικά, αδυνατείς ν'ακούσεις Παυλίδη και ρεμπέτικα. Και θυμώνεις με τον εαυτό σου.

Όμως, η διαφορά με το παρελθόν είναι πως πλέον, αυτή η μελαγχολία σού είναι γνώριμη.

Ξέρεις πως ο πόνος είναι παροδικός.
Ξέρεις πως σύντομα θα ξαναφορέσεις τη μαύρη καμπαρντίνα, θα ξανακούσεις Παυλίδη και ρεμπέτικα, πως θα ξαναστρίψεις τσιγάρο.
Ξέρεις πως θα γίνει κι αυτός άλλο ένα απ' τα κενά που προσποιείσαι πως μπάλωσες.
Ξέρεις πως τα πάντα σύντομα θα επιστρέψουν στη ρουτίνα τους, και 'συ θα παρακαλάς να ξεφύγεις απ' το γκρι.

Μια καινούρια μέρα ξεκινά!!!

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

ΠΩΣ

8.12.13



Πώς να πεις αντίο στο ιδανικό
Και πώς να ξεχάσεις τέτοια ομορφιά
Πώς να λησμονήσεις τη βραδινή Αθήνα
τα σοκάκια
και μια ζεστή παλάμη ενωμένη με τη δική σου;
Πώς να πάρεις το βλέμμα σου
απ' τις κορυφές των παλιών κτισμάτων
και τα λουλούδια που φυτρώνουν ανάμεσα στις πλάκες του πεζοδρομίου;

Και 'γω, τι να σου πω εγώ,
αφού σου τα 'παν άλλοι;


Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Pinned thoughts

4.12.13




Μια ερώτηση φλεγόμενη, που φοβάμαι να ψελλίσω.
Λόγια που παίρνει ο αέρας τα πρωινά, και αφού τα στροβιλίσει, τα παρατάει στο κρεβάτι μου τα βράδια.

"Τι θες από μένα;"

Οι απαντήσεις αλλάζουν κάθε χάραμα. Καμιά θεωρία δε στεριώνει πάνω από μια ημέρα.
Ρευστότητα.

Είμαι μια μαριονέτα.
Μια ξύλινη κούκλα στα χέρια ενός περαστικού.

Νοιάζονται οι περαστικοί;
Νιώθουν οι περαστικοί;

Το μυαλό λειτουργεί απλά, μα καταλήγει να παράγει σκέψεις περίπλοκες.
Ή απλώς δε θέλει να παραδεχτεί καταφανή πράγματα...

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

έρωτας



Πλανήτες. Κόκκινοι, χρυσαφιοί, γαλάζιοι, με ρίγες, δακτύλιους, πάγο... Πλανήτες σκόρπιοι.
Ησυχία. Η γαλήνη κινεί την τάξη. Η μυρωδιά του αιώνιου πλανάται στον αέρα.
Καμιά ψυχή τριγύρω. Κανένας φόβος.
Το τέλμα του ατελείωτου... Ένας γκρεμός που δε φαίνεται.
Μαύρο ως εκεί που φτάνει το μάτι.
Όχι σκοτεινιά! Μαύρο! Έβενος...
Το ευγενές χάος στο μεγαλείο του.
Από έναν πλανήτη όμοιο με τους υπόλοιπους, μια δέσμη φωτός εκτινάζεται, δειλά δειλά -σαν πυροτέχνημα. Και μετά άλλη μία. Κι άλλη μία... Και όσο πληθαίνουν τόσο δυναμώνουν, τόσο αποκτούν λάμψη.
Βλέπεις τις δέσμες μικροσκοπικές, μα δυναμικές, να διασχίζουν το μαύρο καμβά. Τρέχουν. Και πέφτουν πάνω σ' ένα γυάλινο τείχος. Μια κρυστάλλινη σφαίρα που κανείς δεν είχε προσέξει, κι όμως κυκλώνει το χάος με απόλυτη άνεση, δίνοντάς του βάση, όρια.
Μια διάφανη φούσκα η οποία δέχεται τα ανελέητα χτυπήματα των φωτοβολίδων.
Κι όσο τα πυροτεχνήματα γίνονται περισσότερα, τόσο η φαιδρή ασπίδα αποδυναμώνεται.

Ώσπου ραγίζει. Σπάει.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Προσωπογραφία



Ένα κορίτσι χαμένο. Πλανάται σαν φάντασμα, μα τραβά προσοχή.
Θαυμάζει τον πρωινό ήλιο πίσω απ' το βουνό. Ελπίζει για βροχή.
Ένα κορίτσι ψάχνει για ηρεμία.
Τα παλτά την αγκαλιάζουν.
Δε φοβάται το σκοτάδι. Φοβάται τις αποφάσεις άλλων γι' αυτήν.
Θέλει να εκτονωθεί. Θέλει να ξεπλυθεί με αλκοόλ.
Ένα κορίτσι ψάχνει τον έρωτα.
Τσαλαπατά τη χυδαιότητα. Ζητά στοργή.
Το μυαλό της σεργιανά σε παρεκκλίνοντα μονοπάτια.
Οι πράξεις της υποδηλώνουν μικροαστισμό.
Ένα κορίτσι που ζηλεύει...
Προσπαθεί να κατακτήσει όσα θεωρούσε δεδομένα.
Θέλει να ενταχθεί, χωρίς να ενταχθεί.
Ένα κορίτσι που γελάει.
Στρώνει κάθε πρωί το κρεβάτι της. Το βράδυ πίνει ζεστή σοκολάτα. Πριν αποκοιμηθεί, αναλογίζεται τα λάθη και τα σωστά της μέρας.

Ένα κορίτσι πιστεύει.
Σ' αυτή. Στο πάθος. Και στο αύριο.

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Γράμμα #3000



Αν πραγματικά νομίζεις πως τ' οτιδήποτε στη ζωή είναι δίκαιο, είσαι γελασμένη.
Η μικροσκοπική σου ύπαρξη νομίζει πως θα βρει τον τρόπο να πάρει όσα της αξίζουν, ε; Καημένο παιδί...

Μη ζητάς δικαιοσύνη από κάτι τόσο τεράστιο όσο το σύμπαν.
Μην ψάχνεις γι' ανταπόκριση από κάτι τόσο μπερδεμένο, όσο ο άνθρωπος.

Η ζωή δεν έχει να κάνει με το κάρμα. Όλα αφήνονται στην τύχη τους. Εδώ δεν παίζουν δικαστήρια. Πορεύεσαι μόνη σου. Όλοι πορεύονται μόνοι τους.
Κι όσα μας συμβαίνουν, δεν είναι τίποτα παρά αποτελέσματα των επιλογών μας, και των αντίστοιχων πράξεων των άλλων.
Πίστεψες έστω και για μια στιγμή πως θα μπορούσαμε να είμαστε μαριονέτες; Όχι.
Κανείς δεν παίρνει αυτά που πρέπει να πάρει, που λέει και το τραγούδι.
Deal with it. 

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

"Δεν έχει σημασία"



Απ' όσο μπορούσε να θυμηθεί, τον τύλιγε πάντα μυστήριο.
Γνωρίστηκαν σε μια δική της άσχημη στιγμή, ένα βράδυ που έψαχνε για στήριγμα. Κι είναι γνωστό πως, όταν ψάχνεις κάπου ν' ακουμπήσεις, τα πάντα φαντάζουν δόκιμα.

Όσο ο καιρός περνούσε, αυτός εμφανιζόταν τακτικά.
Ή μάλλον, όχι τακτικά. Η αλήθεια είναι, πως εμφανιζόταν όποτε ήθελε εκείνος.
Εκείνη αναρωτιόταν αν ήταν κάποια μέθοδος για να την τραβήξει κοντά του, ή απλώς έλλειψη ενδιαφέροντος.

Είχε μάθει το χρώμα των τοίχων του δωματίου του, καθώς και τη διάταξη των οργάνων πίσω απ' το γραφείο του. Μα, μόνο αυτά.
Οποιαδήποτε άλλη πληροφορία για το πρόσωπό του, της ήταν άγνωστη. Θα μπορούσε, φυσικά, να μάθει ρωτώντας άλλους, μα δεν το ήθελε.

Όσο εκείνος κολυμπούσε, λοιπόν, στο βολικό του μυστήριο, τόσο εκείνη του εξέθετε τα μπαλώματα της ψυχής της. Σαν αναρωτιόταν το γιατί, απέδιδε αυτή της την αδυναμία στην γενικώς υποτελική της στάση απέναντι στους ανθρώπους. Είχε σταματήσει να τη νοιάζει πια, εξάλλου.
Όπως έλεγε κι αυτός, "τι σημασία έχει;".

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

"Χρειάζομαι..."

23.11.2013

Χωρίς να το καταλάβω, έχω ήδη φτάσει Σύνταγμα. Της δίνω ένα φιλί στο μάγουλο και φεύγει. Κοιτάω την Ερμού. Αναστενάζω και ξεκινάω να τρέχω.
Την κατηφορίζω ολάκερη. Πονάω.
Τρέχω, τρέχω, τρέχω, τρέχω... Ανθρώπινες μυρωδιές με κυριεύουν.
Λίγο μετά την Καπνικαρέα, σταματάω. Πονάω.
Διασχίζω την πλατεία. Μόλις ακούω τον Ήχο, γυρνάω.
Αυτός είναι.
Περπατάμε μαζί, μιλώντας ψιθυριστά. Χασκογελάμε. Ο πόνος αρχίζει να υποχωρεί.
Τα στενά της Πλάκας είναι κατασκότεινα. Χαζεύω την Ακρόπολη από πάνω μας.
Ανηφορίζουμε.
Η Αθήνα είναι υπέροχη. Γαλήνη.
Καμία βιάση, κανένα δυνατό συναίσθημα. Μόνο δυο νεανικές φωνές, και το φεγγάρι.
Το βρεγμένο χώμα μοσχοβολάει. Ναι, η βροχή ομορφαίνει τα πάντα...
Περπατάμε.
"Η Αθήνα θέλει αγάπη κι ελπίδα" διαβάζω σ' ένα τοίχο.
Η ομίχλη και η υγρασία έχουν κατακλύσει την πόλη. Νιώθω λες και κατοικώ εδώ αιώνες...
Ο ουρανός, παρεμπιπτόντως, είναι μπλε. Το ξέρατε εσείς αυτό; Ο ουρανός είναι μπλε...
Έχω ξεχάσει το λόγο που πονούσα.
Έχω ξεχάσει πως πρέπει να γυρίσω σπίτι κάποια στιγμή.
Έχω ξεχάσει πως όλα καταρρέουν.
Η θαλπωρή πλανιέται στον αέρα. Γέλια ακούγονται από τα βραχάκια. Πνιχτά γέλια.
Κάποιος περνάει καλά...

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Απαγόρευση εισόδου



Το μυαλό...
Μια άρτια κατασκευή. Ένα τέλειο σύστημα. Κι όμως, τόσο φθαρτό.
Αυτοκαταστρέφεται. Δεν εκτιμά καμία ευτυχία, κανέναν καλό οιωνό. Μόνο γεμίζει ερωτήσεις.
"Γιατί;" Μια μικρή λεξούλα, ικανή να δηλητηριάσει ολάκερα βράδια.
Ο παραλογισμός του τρεχάμενου λογισμού είναι ατελείωτος. Σου θέτει προβληματισμούς που ποτέ δεν καταφέρνεις ν' απαντήσεις. Σε αφήνει ανήμπορο μπροστά στη δίνη που δημιουργεί ο εγκέφαλός σου.
Κι ύστερα μένεις ν' αναρωτιέσαι γιατί το δικό σου μυαλό επιμένει στο να σε καταθλίβει.
Μήπως εσύ ο ίδιος δεν θες την ευτυχία σου; ...Αδύνατον! Ποιος νοήμων άνθρωπος δεν τη θέλει;

Τότε... Τότε τι πάει λάθος;


Όχι άλλες ερωτήσεις.

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Να ξαναδω αστερακια στο γκαγκαριν

Δεν ξέρω αν φταίει το βιβλίο και η φωνή του. Ή το ότι είμαι μισή Ευρώπη μακριά, σε ένα μέρος με κοράκια και γοτθικές πριγκίπισσες. Δεν ξέρω αν φταίει το όλο κλίμα, το ότι το πρωί θα χιονίσει, το ότι νυστάζω ή το οτι με αγχώνει το επερχόμενο καλοκαίρι.
Ναι, το βιβλίο φταιει...
Θα πρεπε να είμαι χαρουμενη.
Ειμαι χαρουμενη... Απλως αρεσκομαι στο να γρκινιαζω τις τελευταιες μερες. Ω, μη μου δινεις σημασια.

Ξερεις, ειναι δυσκολο να σου λειπει κατι. Ή καποιος. Ομως αυτο ειναι τοσο κλισε και συνηθισμενο, που δεν προκειται να γραψω γι'αυτο τωρα.
Μπορω ομως με ευκολια να σου περιγραψω τις εικονες τις οποιες ολημερις δημιουργω στο μυαλο μου.

Η πρωτη, εχει εμας στο δασος -ενα οποιοδηποτε λεττονικο δασος απ' αυτα που βλεπω εδω καθε μερα, σημασια δεν εχει. Περπαταμε. Τα χρωματα ειναι τοσο ψυχρα... ακριβως σαν την ατμοσφαιρα. Καθομαστε καπου και διαβαζουμε το βιβλιο μας. Μια παραγραφο εσυ, μια παραγραφο εγω -εναλλαξ. Ο αερας γεμιζει απο τις φωνες μας και το θροισμα των φυλλων παυει να ηχει στα αυτια μας. Μονο εγω και συ. Η φυση εξαφανιζεται απο γυρω μας, και απομενει μονο η αισθηση μοναξιας του δασους. Διαβαζουμε...

Η επομενη εικονα βρισκει εμενα στην μεγαλη πλατεια στη Ριγα. Ηλιολουστη μερα -απο τις λιγες. Στεκομαι στο κεντρο της πλατειας, ανθρωποι περνανε ατακτως απο διπλα μου. Σε περιμενω. Κοιταω λιγο το ρολοι μου, χωρις ομως πραγματικα να συγκρατω την ωρα. Μαλλον αμηχανη ειμαι. Και συ ερχεσαι. Εξισου αμηχανος (και καλα κοιτας αλλου)...

Ισως, τωρα που το σκεφτομαι, να φταιει ο γαμημενος ο Δεληβοριας και που εγω τον νιωθω τοσο εντονα. Ή που πραγματικα δεν εχω ιδεα τι θα κανω με τη ζωη μου. Μπορει απλως να φταιει που σιχαινομαι τη φυσικη και δεν ξερω τι θα παω να γραψω σε δυο μηνες, ή που γνωριζω πως για να σε δω θα περιμενω ως το Σαββατο.

Περνας καλα κι εγω ειμαι μεσα. Αυριο θα κανω βολτες στη Βαλτικη, κι ομως αυτο φανταζει τοσο ελαχιστο. Κι αναρωτιεμαι γιατι γραφω. Γιατι τολμαω ακομα να γραφω...; Ξερω πως μολυνω τον τοπο, κι ομως συνεχιζω. Ω, σιγουρα σε λιγα χρονια θα με μισω. Δεν θα με αντεχω, πραγματι... Ομως αυτη δεν ειναι ωρα για τετοιου ειδους μιζεριες.

Σε βλεπω παντου. Δε με νοιαζει που ακουγεται υπερβολικο. Δε με νοιαζει αν το διαβασεις το πώς θα το παρεις. Εγω σε σκεφτομαι, και στο γραφω εδω. Ναι, εδω, γιατι απο κοντα ή απ'το σκαιπ θα στο πω με τροπο που δε θα σ'αφησω να το πιστεψεις.
Αν ηξερες τι γινεται μεσα στο μυαλο μου παντως, ή θα εκανες παρτι ή θα πυροβολουσες τον εαυτο σου.
Σε θελω.

Τετάρτη, 19 Μαρτίου 2014

Πριν το χιόνι



Η ώρα επτά και δέκα το πρωί. Φεύγω απ' το σπίτι με τη φωνή του πατέρα μου να με αγκαλιάζει. "Καλημέρα!". Φοράω ένα μαύρο σκουφί και κουκούλα. Η ζακέτα μου είναι κουμπωμένη ως πάνω. Έχω - δεν έχω ξυπνήσει είκοσι λεπτά, κι όμως κιόλας βρίσκομαι να περπατάω κόντρα στον πρωινό αέρα. Χώνω τα χέρια μου στις τσέπες για να ζεσταθώ.

"Με πόσα άτομα έχω μοιραστεί αυτή τη ζακέτα..." σκέφτομαι. Ταξιδιάρικο ρούχο... Καβατζωμένη από Καλαμάτα, ξανα-καβατζωμένη στα Εξάρχεια... Μπορείς ν' αγγίξεις τα ίχνη όλων όσων τη φόρεσαν κάποτε -η μαγεία του μεταχειρισμένου.

Η πανσέληνος βρίσκεται ακόμα στον ουρανό. Ολοστρόγγυλη, κάτασπρη. Σαν χλωμή κοπέλα, απολαμβάνει τις τελευταίες της στιγμές στον ουρανό του Νοέμβρη.
Δείχνω τόσο ελάχιστη μπροστά της.
Και τόσο ματαιόδοξη, που τολμάω και συγκρίνομαι μαζί της

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2014

Η μαύρη εστία



Είναι ένα άδειο δωμάτιο.
Άδειο, και γεμάτο ανθρώπους.
Κρύο. Τέσσερις ψηλοί τοίχοι. 
Ένα καλοριφέρ, πιθανότατα αναμμένο.
Ένας πράσινος πίνακας. Θρανία.
Μια ταινία προβάλλεται στον τοίχο.
Κρύο.
Τα παράθυρα αμπαρωμένα. Απ' τις χαραμάδες των παλιών, ξύλινων πατζουριών μπαίνει ο χειμωνιάτικος ήλιος.
Κρύο.
Άλλη μια ψυχή ανάμεσα στις άλλες.
Τι σημασία έχω;
Το πουλόβερ μου έχει τρύπα, θέλει μπάλωμα. Η ταινία παίζει...

Ξαφνικά, μια εστία ανάβει.Φλόγα μικρή, μα ικανή να θερμάνει όλο το κτήριο. Φως απλώθηκε. Θαλπωρή σκορπίστηκε στον αέρα. Το οξυγόνο πολλαπλαστιάστηκε. 

Η εστία είχε ανάψει. Τίποτα δεν ήταν πια κρύο...

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

Δx = έρωτας

στον γου-τσου







                          
                            ΖΗΣΗ                          0                       ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ
                              ← ∞ _______________⌂________________ ∞ →




Ένας άξονας: Έρωτας.
Χωρίζεται σε δύο ημιάξονες: «αξιοπρέπεια» και «ζήση».
Στο κέντρο, το μηδέν.
Έστω πως έχουμε ένα κινητό. Όχι αντικείμενο. Αρσενικό ή θηλυκό, σημασία δεν έχει. 
Το κινητό προσγειώνεται στον άξονά μας. Δέχεται ώθηση προς τον ημιάξονα «ζήση».
Η τριβή δεν υφίσταται. Το κινητό διατρέχει τη «ζήση» με ομαλή ταχύτητα. Με την πάροδο του χρόνου, το κινητό αρχίζει να αναλώνεται. Χάνει κομμάτια του. Αποδυναμώνεται. Εφόσον όμως δεν υπάρχει τριβή, δεν μπορεί να σταματήσει. Κι έτσι συνεχίζει. Συνεχίζει…
Ώσπου κάποια στιγμή, και όντας, πλέον, εντελώς εξαθλιωμένο, κάποιος το σταματάει. Το σηκώνει, και το ακουμπά στον ημιάξονα «αξιοπρέπεια». Του δίνει ελαφρά ώθηση. Το κινητό διασχίζει τον ημιάξονα εύκολα.
Κάτι παράξενο, παροδικά, συμβαίνει: το κινητό ενδυναμώνεται. Τα χαμένα του κομμάτια, επιστρέφουν . Δυναμώνει, δυναμώνει…
Αυτό όμως δεν κρατάει για πολύ. Σύντομα, κάποιος το σπρώχνει προς την αντίθετη πλευρά, τον ημιάξονα «ζήση». Το κινητό χάνει…

Αυτή η ιστορία συνεχίζεται επ’ άπειρον. Το κινητό ταλαντεύεται μεταξύ των δύο ημιαξόνων. Ποτέ δε σταματάει πραγματικά. Το σημείο μηδέν, λοιπόν, ποτέ δε γίνεται σταθμός του κινητού.

Το κινητό κινείται…



                            

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2014

Μια νύχτα μετά (τι;)



Δεν ξέρω πια τι έχει νόημα.

Άσε που δεν βρίσκω καμιά ομορφιά στο τζάκι.

Δε θα βγω. Ούτε αύριο θα πάω στην πορεία. Δε θέλω να πάω για μπύρα ή τσίπουρο.
Θέλω όμως κάπου να μιλήσω. Μα κι αυτό, πού θα οδηγήσει;

Καμιά αίσθηση δε μου κάνει η ακαταστασία του δωματίου μου. Μήτε το σκίσιμο στο καλσόν μου. Οι αφίσες, οι καρτ ποστάλ, τα αναμνηστικά, όλα όσα είναι στον τοίχο μου, μου θυμίζουν κάτι. Το Μάντσεστερ, το Ζορζ, τη Νασίλια, την παλιά μου τάξη, τα reggae πάρτι στην Κρήτη, τις diy συναυλίες, το φροντιστήριό μου, τον Κ.Σ., το taf, τον Αγγελάκα, τα γυρίσματα στο δωμάτιό μου, το Μιχάλη, το Χρήστο...

Είναι πολλά. Κρέμονται από 'δω και από 'κει, κουβαλώντας το παρελθόν μου ανέμελα... Και 'γω, τα 'χω συνηθίσει τόσο πλέον, που δεν αναπολώ τις στιγμές που κρύβουν πίσω τους.
Μοναχά απόψε κλαίω. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί. Χρειάζομαι έναν ώμο, μα πού θα τον βρω; Κι αν τον βρω, ποιο το νόημα τελικά;

Οι σκέψεις μου, είναι πιο όμορφες απ'τις λέξεις μου. Το χαρτί ζέχνει μετριότητα.
Πονάει. 

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Μεθύσι



Πόσες φορές έκανα εμετό; Δύο; Τρεις;
Μπύρα, σαμπάνια, βότκα -μπορεί και τεκίλα, δε θυμάμαι. Όλα γύριζαν. Τα πόδια μου ήταν σαν από πλαστελίνη. Τα πάντα φάνταζαν λογικά, ακόμα και το να πέσω απ' το μπαλκόνι.
Σκόρπιες σκηνές. Πολύς εμετός.

Είμαι ξαπλωμένη στον καναπέ.
"Φενάκι..." ακούω τη φωνή του.
Πολλοί είναι από πάνω μου. Τον ζητάω. Σαν ήρθε, άρχισα επιτέλους να νιώθω ασφαλής. Με είχε αγκαλιά. "Φύγε αν θες..." ψελλίζω. "Δε θέλω να φύγω..." απαντάει. Και μετά πάλι μαύρο. Τίποτα δεν μοιάζει αληθινό. Μιλούσα, μιλούσα... Ούτε που ήξερα τι έλεγα. Λάθη. Επαναλήψεις. Μα όντως, τα εννοούσα. Πιομένες λέξεις, νηφάλιες σκέψεις, λένε. Έτσι είναι.
Η διαδρομή ως το σπίτι μοιάζει ατελείωτη. Γιατί δε μπορώ απλώς να διακτινιστώ; Φτάνω. Τα ρούχα μου είναι χάλια. Αρβύλες, ζώνη, καλσόν, τζιν... Τα πάντα.
Και τώρα τι;

Δευτέρα, 24 Φεβρουαρίου 2014

Η μπαλάντα των συναισθηματικών μεταπτώσεων



Τ' ανείπωτα λόγια μου όταν σε κοιτάω ακούγοντας τη βροχή να πέφτει,
είναι το χώμα που θα με θάψει.
Και το αδιάφορο βλέμμα σου όταν βρισκόμαστε σε απόσταση αναπνοής,
είναι ο κάλυκας μπηγμένος μέσα μου.
Οι μπερδεμένες σου μπούκλες που δεν μπορώ με τίποτα να ξεμπερδέψω,
είναι το φαρμάκι.
Και τα σύννεφα που τόσο άτσαλα μας σκεπάζουν, είμαι εγώ. 

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Θα μείνω



Το πρώτο που πρόσεξα πάνω του, ήταν τα μάτια του. Σκούρα και πανέμορφα.
(Άγρια γαλήνη).
Και ύστερα, λίγες μέρες αργότερα, τα χέρια του. Τότε ήταν που είπα στον εαυτό μου να τον ξεχάσει, γιατί δεν θα τον είχα ποτέ.
("Ποιος ο λόγος να στεναχωριέμαι...")
Τον παρατηρούσα άθελά μου για μέρες. Γέλια και τρεξίματα πέρα δώθε στο προαύλιο, μια παιδική ομορφιά που βιαζόταν να πάρει την ενήλικη μορφή της.
Κι όμως, ένα κατακόκκινο ΣΤΟΠ, μου έφραζε κάθε έξοδο συναισθημάτων.
Φόβος...

Κι ύστερα, απλώς μ' έβαλε στο ομορφότερο ταξίδι που 'χα κάνει ως τότε.
Μου χαμογέλασε. Ρώτησε τη γνώμη μου. Ψιθύρισε τ' όνομά μου. Ξαναχαμογέλασε. Όλα ήταν τόσο καινούρια... Με άγγιξε. Ξημέρωσε. Νύχτωσε. Με γαμούσε το στομάχι μου. Συζητήσεις, λέξεις, φράσεις, αντίο... Καλημέρα! Μυρίζουμε κρασί. Τα Εξάρχεια είναι ζεστά. Ντρεπόμαστε... Και ναι, όνειρο. Όνειρο μαζί. Και εφιάλτης, συνάμα. Λόγια, λόγια, λόγια... Χειμώνας γεμάτος άνοιξη. Φιλιά με γεύση υγρασίας. Τίποτα δεν είναι το ίδιο πια...

Δυο πλοία ξεκινούν προς αντίθετες κατευθύνσεις.

Άσε με να μπω. 

Σάββατο, 15 Φεβρουαρίου 2014

Ξαφνικά



Τρικυμία. Αφροί. Κύματα, κύματα, κύματα.
Αέρηδες χορεύουν πάνω απ' το αφηνιασμένο πέλαγος. Ο ήλιος ντρέπεται να βγει. Πιτσιλιές θαλασσινού νερού στολίζουν την ατμόσφαιρα.

Και εντελώς ξαφνικά, ηρεμία. Η θάλασσα μοιάζει με λίμνη. Ο άνεμος πέφτει να κοιμηθεί. Ηλιαχτίδες τρυπούν το νερό...


ΑΥΤΟ ΝΙΩΘΩ

Σάββατο, 8 Φεβρουαρίου 2014

Το λιμάνι



Ξυπνάω χαράματα και φεύγω απ' το σπίτι.
Πάω στο λιμάνι.
Κάθομαι σ' ένα πεζουλάκι, ανάβω τσιγάρο
και χτυπάω ρυθμικά το δεξί μου πόδι
κάτω.
Σιγά σιγά ξημερώνει. Δε με νοιάζει όμως.
Σιγά σιγά φτάνουν τα πρώτα πλοία.
Τρίβω τα χέρια μου μεταξύ τους. Ανάβω τσιγάρο.
Σε περιμένω να φανείς.
Μέχρι να έρθει το επόμενο πλοίο, έχει ξημερώσει
κι έχω καπνίσει τρία τσιγάρα.
Λιμενεργάτες φωνάζουν. Μπάτσοι κουβεντιάζουν.
Πού είσαι;
Μέχρι το μεσημέρι έχουν φτάσει πέντε πλοία.
Τώρα ξεκινούν να φύγουν,
ένα - ένα.
Ο κόσμος κινείται γοργά. Αγκαλιάζονται. Φιλιούνται.
Δε σε βλέπω...
Ο ήλιος δύει. Ο ουρανός χαμογελάει.
Τα τελευταία δρομολόγια καταφθάνουν.
Καινούρια πρόσωπα. Καινούριες αγκαλιές. Καινούρια φιλιά.
Ώσπου το λιμάνι ξαναδειάζει.
Φεύγω κι εγώ.
Αύριο πάλι...

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Yellow Hotel



Αυτές τις μέρες κλαίω. Συνεχώς. Ειδικά τα βράδια...
Πετάγομαι απ' την καρέκλα μου και τρέχω να χώσω το πρόσωπό μου στο μπουφάν που κρέμεται στο φύλλο της ντουλάπας.
Ύστερα κοιτάζομαι στον καθρέφτη, ηρεμώ και ξανακάθομαι.

Αυτή η υστερία συνεχίζει μέρα - νύχτα.
Καιρό τώρα...
Είμαι γελοία! Όμως, δε με νοιάζει. Κλάμα ευτυχίας είναι! Κλάμα γεμάτο αναζωογόννηση. Ξέρεις, όμορφο κλάμα.

Γιατί όχι, εξάλλου;


Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Ένα βράδυ θα...



Και, τι θα γινόταν αν αυτό το βράδυ δεν επέστρεφα σπίτι; Αν αντί να γυρίσω απ' τη βόλτα μου, έπαιρνα το μετρό όχι προς το δρόμο του γυρισμού, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση;

Θα κατέβαινα Ελληνικό και θα πήγαινα στη μάζωξη στο σπίτι του Λύκου. Ξημερώματα, θα του ζητούσα να με φιλοξενήσει. Το επόμενο πρωινό, θα περνούσα απ'το σπίτι της Κωνσταντίνας. Θα της εξηγούσα, και θα την παρακαλούσα να με κρύψει...
Θα πήγαινα κανονικά σχολείο. Και μαθηματικά. Και θέατρο. Και αν κάπου συναντούσα τους δικούς μου, θα τους κοιτούσα με άδειο βλέμμα.
Και θα συνέχιζα.

Έτσι κάπως, θα τον έβλεπα όποτε ήθελα. Όπου ήθελα. Πανόρμου, Ψυρρή, Αναφιώτικα... Όλη η Αθήνα δική μας.


Αν, αν, αν...

Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Μαγκίτης



Χαζογελάω στο μετρό. Οι παππούδες φαίνονται να με καταλαβαίνουν.
Έχω ερωτευμένα μάτια.
Οι αποβάθρες έχουν γίνει το δεύτερο σπίτι μου. Η καρδιά μου βαράει σαν ταμπούρλο όποτε ανεβαίνω τα σκαλιά για να πάω στα εκδοτήρια.
Φοβάμαι μήπως τον έχω στήσει. Αλλά, πάντα φτάνει τρία λεπτά αργότερα από μένα... Κατεβαίνει τις σκάλες, κι εγώ τον κοιτάζω με τις κόρες διεσταλμένες, και το κρύο φυλακισμένο ανάμεσα στη ζακέτα και το δέρμα μου.

Είναι όμορφα...

Για να 'μαι ειλικρινής, το "όμορφα' είναι λίγο.
Βεβηλώνει τα όσα νιώθω.
Ας με συγχωρήσει, όμως, το χαρτί μου.
Νιώθω τόσο, που ξέχασα πώς γράφουμε. 

Παρασκευή, 24 Ιανουαρίου 2014

Για την κατάκτηση του απλού



Ίσως και να νιώθω άσχημα που
όλοι παραπονιούνται για τις ταινίες.
Για τις ταινίες και τα σενάριά τους, που
φουσκώνουν τα μυαλά των ανθρώπων και
τα γεμίζουν όνειρα με γεύση τσιχλόφουσκα.
Όνειρα με ανθοδέσμες, έρωτες, βόλτες στην παραλία
Όνειρα που μυρίζουν τσιχλόφουσκα...
"Τίποτα πιο βάρβαρο απ' τα όνειρα τούτα" μονολογούν οι περισσότεροι
Και τότε είναι που θλίβομαι, ίσως
Όχι για μένα, μα γι' αυτούς. Γιατί,
εγώ έχω ζήσει βόλτες στην παραλία,
έχω ερωτευτεί τον έρωτα
κι έχω χαρίσει ανθοδέσμες.
Έχω κλάψει,
κι έχω σφίξει ιδρωμένα χέρια σε πολύβουες λεωφόρους.
Γι' αυτό θλίβομαι.
Διότι δεν κατανοούν την απλότητα της ομορφιά
και πόσο εύκολα είναι να την κατακτήσει κανείς,
μόνο καταριούνται, μιζεριάζουν.
Κι ύστερα τους φταίνε οι ταινίες!

Σάββατο, 18 Ιανουαρίου 2014

Της προσπάθειας



Τα αμπέλια απλώνονταν ως εκεί που έφτανε το μάτι. Και από πίσω, ίσα που διακρινόταν ένα κομμάτι της Αθήνας.
Είχε σουρουπώσει. Τέλη Οκτώβρη και το κρύο δίσταζε ακόμη να μπει...
Πίσω μου, στεκόταν αγέρωχο το παλιό εργοστάσιο. Τα μηχανήματά του διάσπαρτα στην αυλή, λες και κάποιος αρνήθηκε το λουκέτο της επιχείρησης και δεν μπήκε ποτέ στον κόπο να τα μαζέψει.
Κάποτε έδειχνε άσχημο. Μα τώρα, ο χρόνος του 'χε χαρίσει γοητεία.
Ο αέρας περνούσε ανάμεσα απ' τα σπασμένα τζάμια των παραθύρων.
Οι πόρτες σχεδόν μισάνοιχτες. Και ο ουρανός, σιγά - σιγά, έπαιρνε αποχρώσεις του ροζ. Ο αέρας με χτυπούσε ήρεμα. Ευγενικά σχεδόν...
Ψιλοκρύωνα. 

Αν ήταν εκεί, θα με 'παιρνε αγκαλιά. Αμέσως χαμογέλασα στη σκέψη πως σύντομα θα ξαναείμασταν μαζί.

Έρωτας. 

Τετάρτη, 15 Ιανουαρίου 2014

Παρενθέσεις



Δεν ξέρω σε πόσους ανθρώπους έχει συμβεί να θέλουν να κλάψουν απ' την ομορφιά αυτού που βλέπουν. Να πλημμυρίζουν τα μάτια τους δάκρυα από την τελειότητα του θεάματος.

Όμως, εγώ αυτό παθαίνω όποτε κοιτάω το πρόσωπό του. Θέλω να μπήξω τα κλάματα, αφού δεν αντέχω την θλίψη που πνίγεται μέσα του.

Πολύ μελό -το ξέρω.
Μη με κατηγορείτε.
Είναι ο λόγος μου. Ο λόγος που σηκώνομαι απ'το κρεβάτι όλο χαρά.
Μη με κατηγορείτε...

Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2014

Η συμμετρία της διαφορετικής υποκουλτούρας



Κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει τα μάτια του. Είναι μαύρα, κατάμαυρα. Ένα θλιβερό και συνάμα φλογερό μαύρο, απ' αυτό που επικρατεί πριν μια νυχτερινή μπόρα ή πριν πάρει φωτιά η πόλη. Ούτε 'γω μπορώ να το αποκρυπτογραφήσω, αν θέλω να 'μαι ειλικρινής.
"Μα αυτό το άγνωστο με κάνει και σε θέλω...".

Το βλέμμα μου μπορεί να τον ακολουθεί για πάντα. Έχει μια ζεστή ομορφιά πάνω του. Μια ινδιάνικη ομορφιά, σκοτεινή. Όσο σκοτάδι όμως κλείνει μέσα του, τόσο το γέλιο του σε κάνει να θες να μπήξεις ένα μαχαίρι στις φλέβες σου και να τις ξεσκίσεις. Αυτό το χαμόγελό του, πράγματι μπορεί να οδηγήσει στην τρέλα...
Δεν διαθέτει ουδεμία έπαρση. Μοναχά γαλήνη. Και είναι παράξενο! Τα πάντα γύρω του τραντάζονται, και αυτός μένει ακίνητος, να κουνά τα απολαυστικά του χείλη σαν να μην έχει κάτι να πει.

Θα μπορούσε να είναι έρωτας.


Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Γκρίζα λόγια, μαυροκόκκινες ουτοπίες

Δεν αντέχω να τους ακούω να μιλάνε.
Λόγια, λόγια, λόγια.... Σιχάθηκα.
Παριστάνουν τους παντογνώστες: κρίνουν, βρίζουν, ορκίζονται, καταριούνται. Και τελικά, πάλι τα ίδια. Τα ίδια σκατά απ' τους ίδιους ανθρώπους.
Μήπως όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, μικραίνει το μυαλό;

Φτιάχνουν ένα κυβάκι και μπαίνουν σ' αυτό. Κλειδαμπαρώνονται. Και το μόνο που κάνουν είναι να μιζεριάζουν και να μιλάνε. Να μιλάνε και να μιζεριάζουν. Ξεχνούν τη δύναμή τους. Ξεχνούν πως μπορούν να ονειρευτούν. Τους νοιάζουν μόνο τα φασολάκια τους, το καινούριο κινητό τους, το ντύσιμο των σχολικών βιβλίων τους, η μπουγάδα τους... Ανόητοι νοικοκυραίοι! Αδυνατούν να καταλάβουν πως ο μικροαστισμός τους είναι αυτός που ακονίζει τη λαιμητόμο που τους απειλεί.
Τι φοβούνται; Αφού δεν μένει τίποτα άλλο να χάσουν! Τα πάντα βουλιάζουν. Γιατί περιμένουν μέχρι να τρυπίσει ο καναπές τους για να σηκωθούν απ' αυτόν;

Ανόητοι νοικοκυραίοι...
Τους δίνουν να επιλέξουν ανάμεσα σε κάποια μέρη της πίτας, και αυτοί το δέχονται με συγκαταβατικότητα! Το δέχονται! Το δέχονται αντί να απαιτήσουν όλη την πίτα!

Χτυπημένοι από το σύνδρομο του αμνού, παραμένουν ήσυχοι και αφελείς. Περιμένουν σωτήρες. Μα οι ίδιοι μπορούν να γίνουν οι σωτήρες τους, δεν το καταλαβαίνουν;

Αγαπητοί μικροαστοί, εμείς οι "κουκούλες", εμείς οι "πράκτορες", είμαστε πιο άνθρωποι από εσάς. Το μόνο που σας ζητάμε είναι να 'ρθειτε.
Πιάστε τις χύτρες σας, τις σκούπες και τα κουζινομάχαιρά σας και ακολουθήστε μας.
Αμυνόμαστε στη βία που κάθε μέρα μας ασκούν.
Καταστέλουμε δυνάμεις που προσπαθούν να μας καταστείλουν.

Αγαπητοί νοικοκυραίοι, οι καναπέδες σας θα έκαναν πανέμορφα οδοφράγματα.
Αν αγαπάτε τα παιδιά σας, τη ζωή και το μέλλον, ελάτε.

Δευτέρα, 6 Ιανουαρίου 2014

ΜΙΣΟΣ ΣΕΞ ΚΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑ


Για ό,τι ποτέ έκανα, δικές μου οι ευθύνες.
Αθέτησα υποσχέσεις, ακύρωσα συγγένειες...
Δεν είμαι περήφανη. Όμως ήταν όμορφα.

Υπάρχουν φορές που αναρωτιέμαι αν αυτό είναι το μόνο που αξίζω: μια ζωή γεμάτη φανφάρες και δράση, που στην ουσία δεν είναι παρά φτηνές εφηβικές μαλακίες. Καταλήγω στο ότι όλα είναι θέμα οπτικής.
Πλέον πράγματα που θα 'πρεπε να με σοκάρουν, περνούν αδιάφορα λόγω συνήθειας. Και κατά βάθος... μ'αρέσει.

Η ζωή μου θυμίζει μεγάλου μήκους γαλλική ταινία: άλλοτε βαρετή, άλλοτε δυναμική.

Δε με νοιάζει που έχω σταθεί ξημερώματα να κοιτάω έξω απ'το παράθυρο του δωματίου κάποιου που μου ανήκε για μια μόνο νύχτα, ενώ δε θα 'πρεπε να μου 'χει ανήκει ποτέ.
Έζησα.
Δε με νοιάζει που στέκομαι να θαυμάζω τη δυναμική γκόμενα κάποιου τον οποίο θα φιλήσω σε τρία το λιγότερο χρόνια.
Δε με νοιάζει που έφυγε εκείνη.
Δε με νοιάζει που οι παρέες μου δεν έχουν πάντα υπάρξει καλές.
Δε με νοιάζει που αυτό το "βρώμικο" έρχεται σ'αντίθεση με την αγάπη της οικογένειάς μου.
Δε με νοιάζει, γιατί ζω.


Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014

Χωρίς προσπάθεια πολλή


Ήταν ήρεμα.

Δυο φίλες κρυμμένες κάτω απ'τα φουλάρια και τις ζακέτες τους, να περπατούν τη βραδινή Αθήνα. Να μιλάνε, ν' αναλύουν... Να βαδίζουν σε δρόμους τόσο οικείους -μια οικειότητα τόσο κοινή, μα που ρέει από άλλες πηγές για τον καθένα.
Κοντοστέκονταν για να ρίξουν ματιές σε σκοτεινά σοκάκια, άγνωστους περαστικούς, στη νύχτα...
...Ώσπου κατέληξαν να ζεσταίνονται με μπύρες στο πιο μικρό και φιλόξενο μπαρ της Πλάκας.

Ήταν ήρεμα...