Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ρέκβιεμ




Στην τσάντα της βρέθηκαν
δύο (2) τετράδια πολυγραφικού περιεχομένου
ένα (1) βιβλίο αδιαφόρου περιεχομένου
ένα (1) πορτοφόλι
ένας (1) αναπτήρας.
Αυτή τον σκότωσε.
Το 'γραψαν στα μανταλάκια - "ΕΝΟΧΗ"
κι ας μην έγινε δίκη, ψιλοπράγματα
αστική δικαιοσύνη, ψιλοπράγματα
κράτος, μπουρζουάδες, ηθική, ψιλοπράγματα.
Του τράβηξε το χαλί του χολ κάτω απ' τα πόδια
και τον άφησε να κατρακυλήσει στις σκάλες.
Το αίμα σκορπίστηκε στο πάτωμα
λιμνούλες, πλιτς πλοτς.
Κι ύστερα κάλεσε τους μπάτσους
τους χτύπησε στον ώμο
κι αυτοί απορώντας
την έκλεισαν στο ξενυχτισμένο τοπικό κρατητήριο.
Ξέχασαν, φυσικά, να της ζητήσουν ν' ανοίξει το στόμα
γιατί, αν το έκαναν, θα έβρισκαν το
κλεμμένο ξυραφάκι.
Χάραζε, λοιπόν, το δέρμα της
και με τις ξεσκισμένες της φλέβες
έγραφε ποιήματα στους τοίχους.
Λέξεις δίχως ειρμό
εικόνες από έρημες ταράτσες
κι έρημους δρόμους
κι έρημα φιλιά
και φιλιά πολυκοσμίας, αλκοολικης
τραγούδια για δράκους
ναρκωτικά
άρρωστες ιστορίες
βιβλία που δε διαβάστηκαν
πόνους σωματικούς
πόνους ανάμεσα στα πόδια, τον καρπό, τους πνεύμονες
πεταλούδες πρώτη φορά αναστημένες
παραμύθια -σκέτα παραμύθια
μπαχάρια που έβραζαν
για την ταινία που δε γυρίστηκε
για την ταινία που κανείς δεν παρακολούθησε
τα όνειρα που έμειναν άυλες ουσίες
τις ώρες που τον έπαιρνε αγκαλιά
τις φορές που του θύμωσε.
Όλα μάταια τραγούδια
που δεν την άφησαν να κοιμηθεί.
Τους ζήτησε, μοναχά, να τον κηδέψει.
Κι εκεί, πάνω απ' το μνήμα
του ψιθύρισε ένα γενναίο "συγγνώμη"
του ψιθύρισε πως όταν έβγαινε απ' τη φυλακή
θ' αναζητούσε λίγη σκόνη που να έχει τ' άρωμά του
του ψιθύρισε πως ήρθε κι άλλη γάτα στην αυλή
του ψιθύρισε πώς ο ουρανός δεν θα ήταν αρκετά μπλε ξανά
του ψιθύρισε πως ο μόνος λόγος που ζούσε ήταν
επειδή φοβόταν μια επίπονη αυτοκτονία
του ψιθύρισε πως ήταν ό,τι ομορφότερο
στη νεκρή και τη ζωντανή πλάση.
Τα δάκρυα σκορπίστηκαν στο πάτωμα
λιμνούλες, πλιτς πλοτς.