Πέμπτη, 17 Δεκεμβρίου 2015

12.21




Σ'ένα κουτάκι βάζω μια μασέλα παραπεταμένη, λέξεις που μάζεψα από λεξικά, τόνους και άνω τελείες από νοητικά πληκτρολόγια, την πρώτη του Σεπτέμβρη κι ένα κύμα που σκάει μια δροσερή αυγουστονύχτα, τους βολβούς των ματιών της, ένα δάκρυ του από κείνα που παραλίγο να δω, το καλοκαίρι του 2012, τα λίγα εναπομείναντα νησιά στο Αιγαίο και τις εκατοντάδες ανεξερεύνητες ζούγκλες της Ευρώπης, τα βιβλία που δεν είναι τσέπης, μια σημαία απ' τον εμφύλιο του 1936.
Το κουτάκι κλείνει, κι εγώ το βάζω στο πιο ψηλό σημείο του δωματίου, ανάβω ένα τσιγάρο, πετάω τον αναμμένο ζίπο στο χαλί, το μέρος σιγά σιγά λαμπαδιάζει, τα καλάμια μου αρπάζουν, το νυχτικό μου αρπάζει, και τώρα σας γράφω απ' την κόλαση.

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2015

στον καναπέ





λοιπόν, γνωρίζω κάποιον που παίζει πολύ όμορφα πιάνο και που στέκεται παράξενα.
όμως, ακόμα δεν βρήκα τον άνθρωπο που θα παρατηρήσει την κλωστή στο σώμα μου.
δε θα σας πω το λόγο ύπαρξής της, μάθετε όμως πως είναι σημαντική.
σε φοβίζω έτσι όπως κάθομαι;
ηρέμησε. κλειδαμπάρωσα πάλι το άγχος και τις φοβίες και τη γκρίνια σ'ένα σεντούκι με μάλλινη κλειδαριά, κι από πάνω έριξα ένα σεντόνι.
η αλήθεια βέβαια είναι, πως σε τέτοιες στιγμές κρύβομαι πίσω απ' την κουρτίνα κι ενώ τα πόδια μου φαίνονται, εγώ με νομίζω αόρατη.


αγαπώ τις μαύρες πεταλούδες που μου σβουρίζουν το κεφάλι, έτσι κατάλαβα σήμερα.
πώς αλλιώς εξηγείται το ότι τις απελευθερώνω εκουσίως απ' το βαζάκι τους;

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Εγώ, η Σοφία Αμούνδσεν





Βρισκόταν σ' ένα ξέφωτο, δε φοβόταν τις τριχωτές κάμπιες που περπατούσαν νωχελικά γύρω της. Ο ήλιος έπεφτε μέσα απ' τα δέντρα. Φορούσε ένα κίτρινο φόρεμα και τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα σε μικρές πλεξούδες.
Απέναντί της καθόταν αυτός που έμοιαζε με ξωτικό. Είχε άσπρο μυτερό γενάκι, ήταν κοντός και καραφλός. Ευγενικός. Κάποτε, της χάρισε τρία κάμελ όταν εκείνη είχε ξεμείνει από καπνό.
Έπιναν τσάι σε ποτήρια πορσελάνης, με ζωγραφισμένους γαλάζιους γλάρους.
Το κορίτσι τού έδειχνε έναν πίνακά της -δε ζωγράφιζε σχεδόν ποτέ, η αλήθεια είναι.
Ο άντρας τη ρώτησε κάτι που δεν είχε απάντηση εύκολη. Ο αέρας μύριζε αγριοκέρασα κι ο ουρανός είχε το συνηθισμένο μωβ χρώμα. Τα μακριά, πεσμένα κλαριά της ιτιάς ακουμπούσαν την ημίγυμνη πλάτη του κοριτσιού.
Η συνάντησή τους αυτή δεν είχε τέλος. Την άφηναν πάντα στη μέση. Σηκώνονταν, ξεσκονίζονταν, ακουμπούσαν στη μεγάλη πέτρα τα μισογεμάτα φλιτζάνια τους και κλειδαμπάρωναν την πόρτα που οδηγούσε στο ξέφωτο.
Δε φοβόταν τις τριχωτές κάμπιες που περπατούσαν νωχελικά γύρω της. Ο ήλιος έπεφτε μέσα απ' τα δέντρα. Φορούσε ένα κίτρινο φόρεμα και τα μαλλιά της ήταν πλεγμένα σε μικρές πλεξούδες...

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Ταξικές μαλακίες




Η θάλασσα η πνίχτρα, που τάχθηκε με το μέρος τους. Τα σύνορα - θηλιές.
Το χρήμα που ρέει στην πλάτη μου, και τη δική σου, και τη δική της, και τη δική του.
Το χρήμα που πέφτει ατσάλινο στη σάρκα, με γδούπο, και μας γεμίζει σημάδια, πληγές, μωβ μελανιές και άραφτες ουλές.

Όμως, εντάξει, πού και πού είναι αναγκαίο. Γιατί, αν δεν πονέσει η δική μας πλάτη, πώς θα ευχαριστήσουμε αυτόν που τόσο μεγαλόχαρα κάνει το χρήμα να ρέει; Είμαστε όλοι αδέρφια και τ' αδέρφια τσακώνονται πού και πού. Σωστά; Κι αν πεθάνουν μερικοί (κατά λάθος, δε φταίξαμε, αλήθεια), θα γεννηθούν κι άλλοι. Ούτως ή άλλως, κάπως πρέπει να καταπολεμηθεί ο υπερπληθυσμός. Σωστά;

Τι όμορφος που είσαι όπως χαμογελάς. Η συγκατάβασή σου είναι σχεδόν μαγευτική. Χαμογέλα μου κι άλλο. Χαμογέλα μου, κι υπόσχομαι να μην πονέσει. Το σύρμα που θα τυλίξω στο λαιμό σου ίσα που θα σε χαϊδέψει. Ξέρεις, σαν τα αγγίγματα που έχει πάψει να σου χαρίζει η γυναίκα σου δεκαετίες πια. Κάποιοι κοκκινίζουν στη συνέχεια, άλλοι λυγίζουν κι αρχίζουν το βήχα. Προσωπικά, προτιμώ εκείνους που ουρλιάζουν. Θες να μάθεις τη συνέχεια; Ρωτώ διότι ίσως δεν θα έχεις τη χαρά ο ίδιος.
Συγγνώμη, συγγνώμη που βιάζομαι όμως, βλέπεις, περίμενα πολύ καιρό γι' αυτό. Για να 'μαι ειλικρινής, η αναμονή κράτησε αιώνες. Άλλαξα ονόματα, μορφές και τόπους ώσπου να φτάσω ως εδώ, και πια δεν μπορώ να περιμένω. Κάτι με τραβούσε κοντά σου πάντοτε, ας πούμε. Ναι, ναι, έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν καταλαβαίνεις; Μα νομίζω πως καταλαβαίνεις πολύ καλά! Εξάλλου, γνωριζόμαστε από παλιά...


Θα σε γυμνώσω, και θα χαράξω στο κορμί σου γραμμές καμπύλες, περίεργες, κυκλικές κι ευθείες. Μέχρι χθες τις ονόμαζαν σύνορα. Όσο το αίμα θα ρέει πηχτό θα χώσω δίπλα στην καρωτίδα σου ένα ατσαλένιο νόμισμα. Όχι για να ξεπληρώσεις το Χάρο, μα περισσότερο για να με θυμάσαι.

Θα φροντίσω σαν σε βρουν να μοιάζεις καπνισμένος. Με μια πρώτη ματιά, θα πουν πως έφυγες από ασφυξία. Μάλλον κανείς τότε δε θα θυμηθεί τη γυναίκα που βρέθηκε νεκρή απ' το μαγκάλι. Ω, δεν περίμενα κάτι άλλο. Παραείναι κουτοί για ν' αντιληφθούν τους συμβολισμούς μου.
Οι λιωμένοι σπόνδυλοι των δαχτύλων και το βαθούλωμα στο οστό του σβέρκου θα είναι για όλους αυτούς που σκοτώθηκαν στις φάμπρικες, κι η ασχήμια, η φθορά και η βρώμα θα πηγάζουν από τα υγρά του σώματος κάθε γυναίκας που εκμεταλλεύτηκε νταβατζής.

Όλα είναι ταξικές μαλακίες.
Για να ξέρεις.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Part 1




όλες τις νύχτες του χειμώνα τις ήπιαμε στο πουέρτο
όλες τις καρδιές τις στήσαμε σε περίπτερα με σοκολάτες
όλη τη θάλασσα τη ρουφήξαμε κατευθείαν και δεν έμεινε σταγόνα
όλα τα χρόνια τα ξεχάσαμε χωρίς να το πάρουμε χαμπάρι
όλη την εφηβεία τη λούσαμε στον ιδρώτα και τα ποιήματα
όλους τους χορούς τους αφήσαμε να μας πονέσουν
όλες τις μυρωδιές τις χαράξαμε σ' ένα παγκάκι
όλα τα παπούτσια τα λιώσαμε χωρίς να λέμε να τ' αποχωριστούμε
όλους τους δρόμους τους αναφλέξαμε
όλα τα μπουκάλια τα ερωτευτήκαμε
όλα τα μεσημέρια τα παραδώσαμε στη ντάγλα
όλο το θυμό το νιώσαμε στο στομάχι, τις γροθιές και τα χείλη

δεν ξέρω τι άλλο. 
συνεχίζεται. 

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Πριν ξημερώσω




Εδώ ο ουρανός είναι καθαρός, λεύτερος, μαύρος όπως πρέπει να είναι, μαύρος με μικρά άσπρα λαμπιόνια τσίρκου.
Κάποια τους είναι νεκρά εδώ και δεκάδες χρόνια. Δεν ξέρω.
Άλλα φωτίζουν τις ένδοξες μέρες σου, έτη φωτός και λίγα μέτρα μακριά. Δεν πρόλαβα.
Τι πάει να πει πως υπήρξε αυτό το λαμπιόνι;
Τι σημασία έχει;
Σε φώτισε όταν γέλασες, όταν πηδήχτηκες, όταν έπλυνες τα μαλλιά σου. 
Και το δικό μου λαμπιόνι, να, είναι νέο. Φωτίζει, κι όσο περνάει ο καιρός θα φωτίζει κι άλλο. Ώσπου θα υπερθερμανθεί, θα γιγαντωθεί και θ' απογίνει.
Το δικό μας λαμπιόνι βρίσκεται εκεί. Είναι χλωμό. Αναβοσβήνει, χωρίς να θέλει να πεθάνει.
Έχουμε κι εμείς κάτι απ' αυτό.
Κι ας καταστρεφόμαστε απ' τον θάνατο που κάθε μέρα πλησιάζει κι άλλο. 

Παρασκευή, 23 Οκτωβρίου 2015

Άνωση





Δε διαφέρω απ' την πεντάχρονη εαυτή μου. Η πεντάχρονη εαυτή μου βέβαια δε θα άφηνε ακάλυπτα τα βυζγιά της. Δε θα έδειχνε τόσο όμορφη  με τα νερά να στάζουν στις ρώγες της.
Δεν ήμουν όμορφη. Ήμουν αισθησιακή.
Με χάζευαν. Έβγαινα απ' τη θάλασσα αργά, ώστε να μαζέψω τα θρασύτατα βλέμματά τους πάνω μου. Να τους νιώσω να θυμώνουν με τον αισθησιασμό μου.
Κι οι φλέβες μου κόχλαζαν.

Οι φαλλοί σας φοβούνται τα βυζγιά μου. Είναι καλοσχηματισμένα και όμορφα. Κι ας μην εξουσίασαν. Οι φαλλοί σας με ναρκοθετούν απ' την αυγή του κόσμου. Γι' αυτό είναι άσχημοι. Γι' αυτό δε με θέλουν ελεύθερη. Γι' αυτό με κοιτάτε με θυμό.

Έτσι κι εγώ βυθίζομαι στην άνωση. Κι όταν βγαίνω έξω, απ' τα μαλλιά μου κρέμονται ζωντανοί αστακοί.

Δε σας φοβάμαι.


Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2015

Ταξίδι στο κέντρο της Ιβηρικής



Η πόρτα θα κλείσει. Το δωμάτιο θα 'ναι ελάχιστο -μια κουκέτα, ένα παράθυρο και μια τουαλέτα. Θα σκέφτομαι το "Έγκλημα στο Εξπρες Οριαν" και την κυρία με το κιμονό. Θα γκρινιάζεις πως πονάει η μέση σου και θα σκιάχνεις τα μαλλιά πίσω απ' το αυτί. Θα σε σύρω στην κουκέτα, εσύ θα ρωτήσεις "τι θες;" κι εγώ θα απαντήσω κάτι σαν "να γεμίσουμε το τρένο με ήχους απ' το καταπληκτικότερο σεξ που έχει γίνει ποτέ". Δε θα δείχνεις να με συμμερίζεσαι, γαμώτο.
Θα πάμε, λοιπόν, στην τραπεζαρία, το μπαρ ή όπως σκατά το λένε, εσύ θα πάρεις τον καφέ σου πετιμέζι κι εγώ κάτι με φρούτα, χυμό ή τσάι.
Τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ τουκ θα περνάμε μέσα από τοπία που δεν έχω φανταστεί ακόμα. Ιδανικά, ο ουρανός θα 'ναι πορτοκαλί.
Κάπου θα τριγυρίζει ένα μυρμήγκι. Θα το σηκώσω στον δείκτη και θα το βάλω ανάμεσά μας.
Θα σου πω κάτι που θα μοιάζει με "Είμαστε εγκλωβισμένοι σ' ένα τρένο, ενώπιον ενός τρίτου (θα κοιτάξουμε και οι δύο το ζαλισμένο μυρμήγκι, το οποίο θα βγάλει κάτω απ'την κοιλιά του ένα ημίψηλο κι ένα μπαστούνι και θα τα φορέσει). Βάσει συνθηκών, λοιπόν, δεν μπορείς να μου αρνηθείς πια τα δύο πράγματα που πάντα αρνήσαι: να δοκιμάσεις βρώμη και ν' ακούσεις Τσαϊκόφσκι". Θα απαντήσεις πως "ο Τσαϊκόφσκι είναι βαρετός", κι εγώ ίσως θυμώσω λίγο.
Εντωμεταξύ, το μυρμήγκι θα χορεύει με βήματα παράξενα και άγνωστα, που πρώτη φορά θα αντικρίσουμε και που -βεβαίως- θα μας παραξενεύσουν. 

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

Ακόμα




Σε μια μικρή θυρίδα θ' αποθέσω το χαμόγελο που λέω δικό σου, παρέα με εικόνες της άπατης λίμνης που φέτο δε θα 'ναι ίδια. Θα φυλάξω το κλειδί στο μανίκι της κίτρινης μπλούζας σου και θα τη διπλώσω κάτω απ' το μαξιλάρι. Δε θα είναι πολλές οι μέρες μακριά σου, προτιμώ όμως να τις ονομάζω δεκαετίες. Εξάλλου, ο χρόνος και η οριοθέτησή του είναι εφευρέσεις γήινες, ώστε να μετράμε ευκολότερα τη μικρότητά μας. Κι έτσι που λες, όταν θα ακούω το τσικ παλιά αναλογικής, θα γυρνάω μισή στροφή το κεφάλι. 
Αλλά ξέρω πως θα έρθει το καλοκαίρι που το κούτελό σου θα 'ναι ιδρωμένο μεσ' το βαγόνι μιας αμαξοστοιχίας που θα αγκομαχά στα Βαλκάνια. Κι αν το μικρό παρόν δεν ικανοποιεί αυτό που ίσως είναι έρωτας, μάθε πως ο Ναζίμ Χικμέτ ήξερε τί έγραφε.

Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Στα παιδιά μου




Λέξεις,
όμορφες/χυδαίες/θρασύτατες/καθημερινές λέξεις
Πώς μπορείτε και βιαιοπραγείτε εναντίον μου;

Λέξεις,
υπήρξατε στήριγμα, μαζί χτίσαμε πηγάδια, ήμασταν σύντροφοι
Γιατί με απομυζάτε;
Γιατί με αφήνετε να γδαρθώ;

"Βοήθεια" φωνάζω
κι εσείς κοροϊδεύετε τη μούρη μου
Γιατί, λέξεις;

Πώς έσφαλα;
Ασέλγησα πάνω σας; 
Σας βεβήλωσα; Σας στέρησα την ελευθερία;
Τι; Τι; Τι;

Γιατί δε μ' αφήνετε να ξαναενωθώ με τη μήτρα μου;
Τι έγινε;
Άλλαξα;

Σας άλλαξα;

Τι; Τι; Τι; Τι; Τι; Τι; Τι;

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

κάτι που ήθελα καιρό να πω




Αισθάνομαι το φεγγάρι. Το κοιτάω απ' το παράθυρό μου και κάποιος άλλος το ρουφά απ' τον κήπο του. Κι είναι μεγάλο, κίτρινο, στρογγυλό.
Αφήνω πάνω του ψιχουλάκια, κι ο κάποιος τα μαζεύει.
Είναι ο πληροφοριοδότης. Ο διαβιβαστής. Το φεγγάρι είναι ο ταχυδρόμος. Είναι όλα τα "εγώ" που παράτησα και τα ξαναβρήκα αναλλοίωτα.
Είναι ο κάποιος που δεν μύρισε ακόμη το σώμα μου.
Είναι κάθε πήδημα που δε λαχτάρησα ακόμα.

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2015

δώστε μου έρωτα




Το κορίτσι μού έμαθε πώς να με ερωτεύονται
Μυήθηκα
Γνώρισα τις λέξεις
Έσμπρωξα το φόβο
Ζβούρισα γύρω μου τρεις φορές
κι αντίκρισα την άνοιξη.

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

πίσω μπρος



τότε που ξεψύχησε ένα σώμα λίγο παραδίπλα,
τότε ήμουν η παράξενη κοπέλα.
ο χειμώνας με έβρισκε με ένα ποτήρι κρασί στο χέρι.
κάθε κυριακή. "πού 'σαι θανάση" έπαιζε. σιγομουρμούριζα.
τις έπαψα τις ταβέρνες, το κρασί.
κάποια πράγματα -σαν τη φωνή του- δε συνηθίζονται.


Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

Το μέλλον απ' την κορυφογραμμή




Υπάρχει το μέρους όπου τα αγόρια που έκλαψαν στο λαιμό μου δεν έχουν πια πικρία στο μάτι. Εκεί, κρατάω καλάζνικοφ κι ο θάνατος αγγίζει γραμμωμένους φασίστες και χοντρόκοιλα αφεντικά. Το κορίτσι με την ωραία μυρωδιά με αγγίζει όπως πρώτα και τα τρένα κάνουν περισσότερο θόρυβο όταν περνούν. Ο βραδινός Πειραιάς ανήκει μόνο σε σένα κι εμένα, κι όλες οι γάτες έχουν φαΐ. Σε κείνο το μέρος τα αρχαία έχουν ξεχαστεί, κι ο Ιησούς δεν αναστήθηκε ποτέ. Εσύ βάζεις τα δάχτυλά σου ανάμεσα στους μηρούς μου, κι εγώ φροντίζω να σου κλείνω τα μάτια, όπως είδα να κάνουν στους νεκρούς, και να στα φιλάω.
Δεν είδα ποτέ καμιά ταινία, θα τις δω όλες απ' την αρχή. Κι όλοι οι φίλοι που σκορπίστηκαν για χάρη ασημένιων νομισμάτων, σύντομα θα επιστρέψουν στους στριμόκωλους καναπέδες μας. 

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Πετρούλες




μικρές μικρές πετρούλες/πετρούλες για το κορίτσι/ξέρεις μάλιστα τις έβαλα σ' ένα βάζο με νερό για να είναι αιώνια όμορφες/αλλά δεν την-τις πρόλαβα/πετρούλες και για το αγόρι/αυτές κι αν πέρασαν απαρατήρητες/αλλά ρε παιδιά γιατί; πετρούλες με αποτυπώματα από πατούσες πετρούλες λουσμένες στο κάτουρο πετρούλες λιωμένες απ' το αλάτι/κι όμως εσείς δεν τις αγαπήσατε/γιατί ρε παιδιά; είμαι κι εγώ λουσμένη και λιωμένη μα μ' αγαπάτε/ή μ' αγαπήσατε/ίσως κιόλας δηλαδή δεν ξέρω/μ' αγαπήσατε κι ας έχω σκισμένα ρούχα κι ας μην είμαι σαν τις άλλες που αγαπήσατε/ουφ αυτό είναι καλό/ίσως κιόλας δηλαδή δεν ξέρω


πατάω πάνω σε πετρούλες πιο μικρές από αυτές που προσπάθησα να σας δώσω/κάποιες έχουν το χρώμα ιδαιτερότητα κάποιες την απόχρωση πνεύμα/όμως πετρούλες είναι/οι πετρούλες τσούζουν τις πατούσες πού και πού ή πέφτουν στη θάλασσα ή βουλιάζουν στην άμμο/ε τις χάνω κι εγώ/και γάμησέ τα μετά γιατί χάνω την ισορροπία μου/σωστά μάντεψες μετά γίνομαι κι εγώ πετρούλα και με αποκαλώ ανασφάλεια ή χαμό

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2015

σ.σ.σαμερ




Σήμερα θα είναι μεγάλη μέρα
-από εκείνες με τα πολλά ηλιοβασιλέματα
κι εγώ θα περπατώ τη λεωφόρο μονάχη μου
Εϊ! Μην κατσουφιάζεις, όλα είναι καλά
Άπαξ και μάθεις να το κάνεις, είναι εύκολο
αλήθεια σου λέω
Την πρώτη και τη δεύτερη και την πέμπτη,
ίσως και την εικοστή πέμπτη φορά,
νιώσεις τα ματόκλαδά σου βαριά
τις γροθιές σου σφιχτές
και τα χείλη δεμένα
Είδες; Καταλαβαίνω
Όμως μετά, κάφτρα με την κάφτρα
θα συνειδητοποιήσεις πως
ο κόσμος δεν είναι καλός τόπος για να περπατείς μονάχη
δεν είναι καλός τόπος για να περπατείς, γενικά
Οπότε οι μυς σου θα ξεσφίξουν
κι εσύ θα γίνεις πιο δυνατή
και πιο όμορφη
Άκου, αυτή τουλάχιστον τη συμβουλή
Μπορεί κάτι να έμαθα κι εγώ η μικρή

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

13.06.2015





Απ' το παρελθόν τρέχεις να κρυφτείς.
Το δικό σου, των άλλων
ίσως κι από την ανυπαρξία του δικού σου
Πολύτιμος φίλος για να είστε σε αντίθετες μεριές, που λες
Εγώ, η μικρή, αυτό έχω καταλάβει
Είμαι σίγουρη πως κι εσύ στα νέα σου χρόνια, αντίστοιχες παρατηρήσεις έκανες
Η διαφορά μας όμως είναι πως, εγώ δε θέλω να ξέρω για σένα
Και δεν έχει να κάνει με εγωισμό αυτή τη φορά
Ίσως γι' αυτό κιόλας να μιλάω τόσο,
για χαζά κι ανούσια

Είμαι ανούσια;
Ίσως
Τόσα "ίσως" μαζεμένα γύρω γύρω
Είμαι ένα μεγάλο "ΙΣΩΣ" καρφωμένο σ' ένα παλούκι κάπου σε μια πλατεία
ή λιγότερο ποιητικά, δεν έχω καταλάβει τίποτα για τον κόσμο
Εξάλλου, πώς αλλιώς εξηγείται το ότι κάποτε τον σπρώχνω
και κάποτε τον αγκαλιάζω;
Τι να σου πω
Θέτω ερωτήματα που ουδεμία σχέση έχουν με το πρόβλημα

(Ξέρεις ποιο πρόβλημα
Σου 'χω ξαναμιλήσει γι' αυτό
Και μάλιστα συνειδητοποίησα πως αυτό το πρόβλημα
είναι η πηγή όλων των προβλημάτων)
Έχουμε πλάκα
εμείς που νομίζουμε πως είμαστε σημαντικοί

Ίσως, λοιπόν,
εκείνη την ταινία
να την αδίκησα λίγο
Το να μπορεί κανείς να αποκτήσει λήθη
είναι ό,τι όλος ο ανθρώπινος πολιτισμός αξίζει

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2015

Πεταμένα μεσημέρια









Ξάπλωσα θλιμμένη,
με εκείνο το βαρύ συναίσθημα
και την άστατη ταχυκαρδία
Σκέφτηκα "δες, έχετε συμφιλιωθεί"
και χαμογέλασα αμυδρά στη σκέψη της θλίψης να μου κρατάει το χέρι και μένα να μη με νοιάζει
Υπερτίμησα τον εαυτό μου θαρρώ
γιατί, κλείνοντας τα μάτια
κυριεύθηκα από τις ασχημότερες εικόνες
το νοσηρότερο εφιάλτη
το όνειρο το σάπιο που δεν έχει σχέση με τέρατα και ίσκιους
Πετάχτηκα πάνω, μα πείθοντας το κουρασμένο μου μυαλό πως απλώς πάλι το ίδιο με εμπαίζει
ο λήθαργος επέστρεψε
Και οι εικόνες, μα το διάολο, επέστρεψαν κι αυτές
Πόνος, τόσος πόνος και σιχασιά
"Γιατί το κάνεις αυτό;"
Και φώναζα μεσ' τη σκέψη μου "θέλω να φύγω από 'δω"
και λες και για λίγο το μυαλό μου με λυπήθηκε,
ξύπνησα.
Το σώμα μου δεν υπάκουγε, παραπατούσα
Οι μυς ήταν χαλαρωμένοι
και η γεύση πικρή
Όμως, το χειρότερο ήταν πως οι εικόνες παρέμεναν μέσα μου
κι εγώ δεν ήξερα πού, πλέον, να κρύψω το κουφάρι μου.

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2015

Του





Φοβάμαι τα έπιπλα
τις θυμίσεις τους
όλα τα πριν
κάθε ίσκιο
Φοβάμαι μια ύπαρξη
τις ρυτίδες
Φοβάμαι να ψάξω

Είμαι το παιδί που παίζει κρυφτό με το εγώ του

Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2015

Το όνομά του





Η καρδιά χτυπούσε δυνατά
Ο κόσμος ντυνόταν λευκός
Τα μάτια πετάριζαν
Βίαιη αίσθηση
Το χαμόγελο και η λύτρωση

Η καρδιά χτυπούσε δυνατά
Κρύο
Τρέκλισμα στο πάτωμα
Η αρρώστια
Μαύρο βέλο
Ο κόσμος είναι μια γρονθοκοπημένη πόρνη
Σκέψεις κενές
Βλέφαρα ορθάνοιχτα
Μυαλό σίφουνας
Η καρδιά πονάει


Το όνομά του,
 ήταν εξάρτηση

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Το παρατράβηξα






Το μυαλό μου αποκτά πράσινα λαμπιόνια
Αναβοσβήνουν γρήγορα, θα 'λεγες πως θέλουν να με ζαλίσουν
Όμως, απλώς με εγκλωβίζουν
Μου θολώνουν τα μάτια
κι εγώ πονάω, τα τρίβω,
σφίγγω τα χείλη, γίνομαι ξανά κοριτσάκι
Δεν είμαι πια κοριτσάκι
Δεν είμαι, δεν είμαι, δεν είμαι
Έχω ξεφύγει, δεν έχω ξεφύγει;
Κοίτα πώς ματώνουν οι γροθιές μου
κοίτα πώς γελάω σα γυναίκα
Το παράκανες, κορίτσι
Γυναίκα δεν είσαι
Μη με διακόπτεις,
για πράσινα λαμπιόνια έλεγα
Όλα είναι πράσινα πια
Το πρόσεξες κι εσύ; Όχι;
Τέλος πάντων, ξέρω γιατί όλα είναι πράσινα πια
Δε σου λέω, αν και η αλήθεια είναι πως ξέρεις
Το μόνο που θέλω τώρα είναι να πιάσω ένα ένα τα γαμωλαμπιόνια
να τα ζουλήξω με τα δυο μου δάχτυλα
να σπάσουν σε τρία κομμάτια
να μην ξανανάψουν ποτέ πια
Και ίσως, ίσως λέω
να πάρω τα σπασμένα κομμάτια
και να τα μπήξω σε μια καρωτίδα
Ναι, αυτός ο θάνατος της πρέπει της συγκεκριμένης καρωτίδας
Βίαιος, γεμάτος άσχημο αίμα
Κι ύστερα;

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Του κοριτσιού παραδίπλα




Ήμουν όμορφη
Η θηλυκότητα μου ξεχυόταν 

Έχω μυστικές δυνάμεις, κόσμε
Η δύναμή μου έχει όνομα

Ίσως δεν το πιστεύετε
αλλά κι εσείς
ίσως 
κάποτε
τη
δείτε.

Διάολε, αλήθεια
Φώτιζα

Τα μέσα μου γελούσαν

Ω σκάσε, άσε με να το χαρώ
Άσε με να τραφώ απ' τον ναρκισσισμό μου

Άσε με να ξέρω πως
το χειρότερο πράγμα στη μέθη είναι το στομάχι

Άσε με να γίνω...
Ή μάλλον, γάμα το

Η αλήθεια είναι πως με το να ζητάμε άδεια
ποτέ δεν πετύχαμε τίποτα

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2015

Μισοτελειωμένο



                                                                           Θλίβομαι.
Ξαφνικά. Δεν κρατάει πολύ.
Η θλίψει με γεμίζει. Κάθεται δίπλα μου, με κοιτά να μαραζώνω.

Με ξέρει, λες και είναι πάντα εδώ. 

Λες και περιμένει να στραβοπατήσω λίγο, λιγάκι για να έρθει μετά να με κεράσει ποτό. 
Σκέφτηκα πως κάποτε αυτό θα το κάνω ιστορία. Οι επικίνδυνες λέξεις τότε δε θα είναι επικίνδυνες. 
Χαρμολύπη ξανά!

Είναι πληγές που δεν κλείνουν. Τις καλύπτω με παλιόρουχα ώστε να μη βλέπω το αίμα.
Δε θέλω να ξέρω τις όμορφες και τις αστείες ιστορίες. Ούτε να θυμάμαι θέλω ονόματα και τίτλους.
Δεν ξεσπάω. Χαμογελάω. Ξέχασα ποιο είναι το χειρότερο...

Πόνος. Άσβεστος, αειθαλής, αιώνιος.
Δικός μου. Κανείς ποτέ δεν θα τον καταλάβει. 
Ο πόνος μου, ο φίλος μου. Ο πόνος μου, βουτηγμένος στον εγωισμό μου -ή ίσως είναι απλώς γνώση, ρεαλισμός. 

Έψαξα για την αλήθεια. Δεν ήμουν έτοιμη.
Κουλουριάστηκα στο κρεβάτι του κι έκλαψα κι έβγαλα ό,τι είχα μέσα μου πάνω στο στρώμα του και φώναξα πνιγμένη στα παπλώματα με πνιγμένη φωνή, πνιγμένη ψυχή, ψυχούλα. 

Να σου πω και το χειρότερο;
Ο πληθυντικός του. 

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Μίσος



*εκεί που δε θα αφιέρωνα ποτέ τίποτα



Τα ποιήματα που μ' έκανες να γράψω
Οι εαυτοί που άθελά μου μου ξεκλείδωσες
Κάθε βιβλίο που με έκανε μεγαλύτερη
Οι ατέλειωτες ώρες στο γιουτιουμπ και στα δισκάδικα
ώστε να βρω μουσικές δικές μου

Μ' έκανες να νιώσω ζώο
παιδί
θεραπεύτρια
φύση

Τα μάτια μου άστραψαν εξαιτίας σου
Τα μάγουλά μου απέκτησαν χρώμα
Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη με θυμό και λύπη
Αναζήτησα αμνιακά υγρά για να κρυφτώ
Έγδαρα τη σάρκα μου. Την έκαψα
την έσκισα και μετά φοβήθηκα κι έπεσα πίσω
μυξοκλαίγοντας -να, κοίτα, το ισχνό αυτό σημάδι
πάνω απ' τον καρπό μου, δε θα φύγει ποτέ - κανείς δεν θα το παρατηρεί - αλλά εγώ θα θυμάμαι
Κι όλα αυτά, επειδή υπάρχεις.



Τρίτη, 30 Ιουνίου 2015

Η κοπέλα νούφαρο





Ίσως κάποτε αποβάλλω τα πράσινα συναισθήματα.
Ίσως μάθω να σβήνω το τσιγάρο.
Ίσως κιόλας διώξω το ναρκισσισμό μου.
Ίσως τα δάχτυλά μας μάθουν ν'ακουμπάνε τις σκανδάλες.

Ίσως κάποια στιγμή δώσω όνομα σ' όλες τις φωνές μου.
Ίσως κάποια στιγμή δώσω στόμα σ' όλες τις φωνές μου.


Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

I...




Χόρευε μπροστά στον καθρέφτη (όπως είχε δει να κάνουν οι πρωταγωνίστριες του Bertolucci ίσως).
Ήταν ακόμη υγρή, η πλεξούδα της έσταζε πάνω στη γυμνή ωμοπλάτη της.
O Costello τραγουδούσε "I want you" κι αυτή πασάλειφε το σώμα της με κρέμα.
Έκλεινε τα μάτια της. Τα άνοιγε κι έβλεπε μια άλλη -μια που της έμοιαζε πολύ, μα ήταν πιο όμορφη.
"I want you" χόρευε.
"I want you"σκεφτόταν.

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015

Άλλη μια Ωδή



Νέος Κόσμος.
Κίτρινοι τοίχοι.
Μονό κρεβάτι.
Ήλιος.
Μεγάλο χαμόγελο.



Σκέφτομαι γρήγορα. Πολύ. Βιάζω τη φαιά ουσία μου.  *  Σκέφτομαι έντονα.
Κρύβω δυναμισμό βαθιά μεσ' το ξεροκεφαλό μου.
Με τσιγκλάω, με δαγκώνω.  *  Μπουρλοτιάζω κάθε σπιθαμή μου.

Κι ύστερα φοβάμαι  *  κουράζομαι  *  βαριέμαι.
Γεμίζω τη μπανιέρα με το μόνο φίλο που γνώρισα ποτέ -το ρομαντισμό λέω- και κοιμάμαι εκεί.
Εκεί στα βρωμόνερα του ρομαντισμού.
Αγκαλιάζω ΕΜΕΝΑ  *  μου κάνω ΕΡΩΤΑ  *  μου ΞΕΣΚΙΖΩ ΤΑ ΣΩΘΙΚΑ.

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

..............




Δε θέλω ν'ακούω ιστορίες
Θέλω να ξεχάσω κι αυτές που ξέρω
Παράξενο -τόσα να νιώθω, λίγα να μπορώ να πω
τόσα να νιώθω, τόσο βρώμικα
Συγχώρα με, είναι η πρώτη φορά που προσπαθώ να τιθασεύσω τη σκιά
Κοιμάμαι γιατί τα απογεύματά μου είναι νεκρά
Ξυπνάω και τραβάω τη μπρίζα, και πέφτω
Συγχώρα με, ούτε εγώ ξέρω πού στο διάολο το βρήκα τόσο μαύρο

Αυτός που πιστεύει στην Κυρία Ουτοπία είναι
αισιόδοξος
ή απλώς μισεί;
Τι να σου πω, χάθηκα σε σελίδες βιβλίων
σε ζήλειες, σε συναισθήματα
σ' όλα αυτά που σαπίζουν ό,τι έχω μέσα μου
Κι αυτές οι σειρές
είναι η ψυχή μου δωσμένη
Ξέρεις πού

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Η Μαρία - Κατερίνα




Ένα αγόρι βόλταρε πάνω στο ποδήλατό του στη σχεδόν άδεια αποβάθρα.
Έψαχνε την τσάντα της και κοιτούσε γύρω της χαμένη. Κι εκεί, την είδε.
Εκεί, στον πιο αδιάφορο σταθμό του μετρό. Δεν την κατάλαβε στην αρχή. "Όμως, σε ποια άλλη θα μπορούσαν να ανήκουν αυτά τα μαλλιά;"

Τα μαύρα, μακριά μαλλιά που κάποτε είχε ξαπλώσει δίπλα τους.
Και θυμήθηκε τα βράδια στο δωμάτιό της.
Τότε που δανειζόταν τα ρούχα της, τότε που της άφηνε σημειώματα για να τα βρει όταν ξυπνήσει.
Τη θυμήθηκε να περπατά σκυφτή, να γέρνει απ' το βάρος της τσάντας τονίζοντας, έτσι, τις καμπύλες.
Θυμήθηκε τη μυρωδιά της.

Προσγειώθηκε γρήγορα στο παρόν, όμως.
Γιατί θυμήθηκε και εκείνο το παγωμένο βλέμμα, το αμήχανο χαμόγελο που είχε αντικρίσει πάνω της λίγους μήνες νωρίτερα.

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2015

Padre padrone

Πάντα η πατρική φιγούρα.
Ο πρώτος τη έρωτας, οι σοκολάτες της, οι λογομαχίες, οι μεγαλύτεροι άντρες με τους οποίους ανέπτυξε χημεία και χαμόγελα, ο θυμός της. 
Όλα είχαν μέσα τους τον πατέρα της.
Ήταν παντού. Σ' όλα τα όμορφα γύρω της.
Και τα άσχημα, τα δικά του άσχημα, τα είχε η ίδια ρουφήξει όλα. Τα είχε χώσει στα βάθη του εαυτού της, θέλοντας να εγκλωβίσει για πάντα τον πατέρα της στα ενδόψυχά της. 

Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

εγω κι εσυ κι ακομα παραπερα




Τις Κυριακές τα βράδια στρίβω τσιγάρο και ξαπλώνω. Χώνω τα πόδια μου κάτω απ' το πάπλωμα, εκεί που μέχρι πριν λίγο είχες τα δικά σου. Ανάβω το κόκκινο λαμπατέρ, τρίβω τα πόδια μου μεταξύ τους. Όλοι νομίζουν πως κοιμάμαι. Όμως, εγώ χάνομαι στη δίνη, τη ζάλη του τσιγάρου. Χάνομαι μέσα μου, χάνομαι για μένα. 

Τρίτη, 26 Μαΐου 2015

Κλέφτες κι Αστυνόμοι



Έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε, ονειρευόταν τις φωτιές που θα αντίκριζε, έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε, σκεφτόταν τους μπάτσους να τρέχουν, προσμονούσε να κλείσει τη ζακέτα της.
Λίγο τρέξιμο, μερικές στάσεις του μετρό και κάποια χιλιόμετρα παραπέρα, είχε πλέον φτάσει.
Ο θόρυβος δεν άργησε να φτάσει κοντά τους -κρότοι, ήχοι από γυαλιά σπασμένα, τζάμια σπασμένα, φωνές σπασμένες.
Με την πρώτη κρότου - λάμψης, τα αυτιά της βούλωσαν.
Οι πρώτες μολότοφ κοσμούσαν υπέροχα, πια, τους δρόμους.
Ώσπου το μπαμ έγινε, κι αυτή έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε σ' ένα παιχνίδι που δεν ήταν πια παιδικό, ένα παιχνίδι επικίνδυνο, ένα παιχνίδι γεμάτο μαγική αδρεναλίνη.
Το αγαπούσε αυτό το παιχνίδι -αυτό το παιχνίδι που όποιος δεν τρέξει ή δεν κρυφτεί, χάνει.
Κι ας θόλωναν τα μάτια κι η μνήμη της απ' την ένταση και τα χημικά. 

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

Η Μισή



Είμαι μόνη
Χωρίς μουσική
Χωρίς την κάπνα σου
Χωρίς ζεστασιά
Χωρίς φίλους
Χωρίς μέρος για να κρυφτώ
Χωρίς στήριγμα
Είμαι ένα "χωρίς" απόψε
και ποιος ξέρει τι θ' απογίνω

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Η κίτρινη λάμπα (ή "Το Προφανές")


Η κίτρινη λάμπα άναψε πάλι. Ακριβώς όπως είχες πει πως θα κάνει.

Πάντα δείχνεις να ξέρεις τι θα συμβεί. 
Ξέρεις τι θα συμβεί ακόμα και στην κίτρινη λάμπα μου.
Εγώ, όμως, ξέρω κάτι που εσύ δεν ξέρεις. Ξέρω πόσο θέλω το μαύρο μου. Το μαύρο που θα γεννήσει το Φως.
Ένα φως που δεν έχει να κάνει με καμιά κίτρινη λάμπα στον κόσμο.
Γιατί, βλέπεις, όσο κι αν αγαπώ την κίτρινη λάμπα μου, γνωρίζω πως ποτέ δε θα μοιάσει στο μαύρο μου. Αυτό το ιδεατό, ουτοπικό μαύρο. Το μαύρο της Απελευθέρωσης της πεταλούδας που ζει μοναχά μια μέρα.
Αλλά πού να καταλάβεις εσύ αυτό το μαύρο. Και το "εσύ", αλήθεια, δεν είναι προσωπικό. Πιο ορθά, είναι "εσείς", αλλά λόγω ποιητικής αδείας (χα)... καταλαβαίνεις.

Κυριακή, 10 Μαΐου 2015

Rockmantic



Προσπαθώ οι μέρες να περνάνε ήρεμα.
Προσπαθώ οι μέρες να περνάνε γρήγορα.
Προσπαθώ να λέω καλές ιστορίες.
Προσπαθώ να χαμογελάω όταν δε χαμογελάει.
Προσπαθώ να μη μολύνω τη, διάσπαρτη στα σεντόνια μου, μυρωδιά του με την ανάσα μου.
Προσπαθώ να προσέχω στα μαθήματα.
Προσπαθώ να βρεθώ μέσα σ' τα άχυρα.

Αλλά μάλλον δεν προσπαθώ αρκετά.
Και το ότι γράφω μικρές μικρές λεξούλες, το ότι συντάσσω ένα λακωνικό κείμενο, είναι κι αυτά αποδείξεις των χαμένων μου χαμόγελων.

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2015

Ένα πιατάκι αισιοδοξία



Η βελόνα άγγιξε το βινύλιο.
Το τσιγάρο μόλις είχε ανάψει.
Έπεσε πίσω. Το σώμα της βούλιαξε στο στρώμα (μπήκε μέσα του / την κατάπιε / αυτή χαμογέλασε).
"Σ' αγαπώ με τον πιο μικρό, αδέξιο τρόπο".
Ο χώρος της -ήρεμος, ζεστός, πάντα ζεστός. Δικός της.

Έπαιζε Bram Tchaikoftsky.
Το στόμα της στέγνωνε. Το μεσημέρι περνούσε, λεπτό το λεπτό. Άγγιζε τα σημάδια του πάνω της.Η τρυφερή της ρουτίνα την έκανε χαρούμενη (χαρούμενη χαρούμενη, ω)
"Πες στη μαμά πως έφυγα" έλεγε η φωνή πάνω απ' τη σκάλα. Κλειδιά στην πόρτα. Ξανά μόνη της.
Αυτή, και τα δεκάξι της χρόνια. Δεκάξι και έρωτας. Δεκάξι και χαρμολύπη (όμορφη λέξη). Δεκάξι και γέλιο. Μια ζωή δεκάξι.

Ήταν κιόλας Οκτώβρης. 

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Στα κύματα



Φέρτε μου κερί και πούπουλα, να φτιάξω φτερά για να ζεσταθώ. Φέρτε μια κανάτα ν' αδειάσω όλο το αίμα που κυλάει στις αρτηρίες της καρδιάς μου.
Και μερικά κουτιά για να ακουμπήσω όλα τα όργανα που με κάνουν και νιώθω.
Πάρτε την ανατριχίλα από πάνω μου! Ας ψοφήσουν και οι γαμημένες οι πεταλούδες...

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Αειθαλείς πεταλούδες



Αλεξάνδρας - Μεσογείων.
Εθνική - Αττική Οδός.
Πάνω στη μηχανή. Πάνω στην Αθήνα, μέσα στην Αθήνα.
Με "πρέπει" και περιορισμούς ν' αναπνέουν στα κεφάλια μας.
Ένα καλοκαίρι -το δεύτερο που αγάπησα τόσο.
Ένα καλοκαίρι βουτηγμένο σε καπνούς, γέλια, ψέματα, ευτυχία, έρωτα, έρωτα, έρωτα.
Το καλοκαίρι της αμφιβολίας, της χαράς, του άδειου του σπιτιού. Το δικό μας, το τόσο δικό μας καλοκαίρι. Το καλοκαίρι της αποζημίωσης.
Φεγγάρια έφυγαν και ήρθαν απ' την Επίδαυρο ως την Αττική, απ' την Κρήτη ως το Λαγονήσι.

Και τώρα προσπαθεί να μπει το φθινόπωρο κι εμείς του λέμε "Πέρνα". Του λέμε "Βιάσου, πρέπει να χειμωνιάσει".
Κι όλα αυτά γιατί ζήσαμε τους ήλιους που ονειρευτήκαμε

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Δική σου


Είναι παιδάκι. Είναι ένα παιδί με σκόρπιες ασημί τρίχες στα μαύρα του μαλλιά.
Είναι ένα παιδί που κρατάει τσιγάρο, το γυμνό σώμα μου, ένα παιδάκι.
Ένα παιδάκι είναι. Ένα μικρό αγόρι με παρελθόν που αποφεύγω να μάθω, κι εμπειρίες και ίσκιους στην αγκαλιά του.
Είναι μόνο ένα παιδάκι, κι ας κουβαλάει χρόνια στην πλάτη του.
Εγώ, εξάλλου γι' αυτό τον ένιωσα. Για την ασυμβατότητα που γέμιζε τον εαυτό του, τον αέρα, εμένα.

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

Άτιτλο



Ένα κόκκινο φεγγάρι για τις ζωές που δεν πρόλαβα δίπλα του.
Μια καραμέλα για κάθε ασήμαντο ψέμα σ' εκείνους.
Ένας μαρκαδόρος για όλα τα συναισθήματά μου.
Μια ομπρέλα για τις πράσινες ζήλειες μου.
Οι λεπτοδείκτες για το χρόνο που ποτέ δεν αρκεί.
Η παιδικότητα κι ο ενήλικος έρωτας -ταυτόχρονα.
Ένα παραθυρόφυλλο για τη μοναξιά μου.

Και τα όνειρα -ναι, τα όνειρα- που δε θα προλάβω να ζήσω...

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Απ' το ντουλάπι



Το βαγόνι γεμίζει.
Μυρίζω το άρωμά της (με "τ" μικρό, πια).
Ο σταθμός του Ελαιώνα είναι τόσο μίζερος. Ο σταθμός του Κεραμεικού τόσο φωτεινός. Ίσως φταίνε οι αναμνήσεις -αν και στον Ελαιώνα δεν έχω αναμνήσεις. Ναι, αυτό θα φταίει.

Κρατάω ένα μήνυμα που δεν κατάφερα να παραδώσω. Δεν το άφησα κάτω απ' την κούπα που πίνει τον καφέ του, γιατί φοβήθηκα.

...Και η μεγαλύτερή μου ήττα, είναι η μνήμη.

Η Ακρόπολη είναι διακριτή από παντού. Ιδίως όταν είμαι πάνω στη μηχανή του. Ω, θα μπορούσα πεθάνω πάνω στη μηχανή του...

Αναρωτιέμαι αν αυτό θα το διαβάσει στο σωστό χρόνο.
Πείσματα...

Τετάρτη, 8 Απριλίου 2015

Γραμματακι



Κι αν είναι να τελειώσει, ας τελειώσει σιωπηλά, ανώδυνα. Χωρίς σουρτα φερτα πολλά, λίγες λέξεις προσεγμένες. Ξέρω πως δε θα μπορώ να σε κοιτάξω στα μάτια (ή έστω, εύχομαι να μη μπορώ), έστω για τελευταία φορά. Ξέρω πώς να αποχωριζομαι, ξέρω πως εσύ δεν ξέρεις.

Αν είναι να τελειώσει, ας γίνει μια κι έξω. Χωρίς αποσιωπητικά, χωρίς μεγάλα λόγια. Κι ας πρέπουν τα μεγάλα λόγια τη στιγμή εκείνη...

Να μη μάθω ποτέ για την γυναίκα που θα σου γίνει σύντροφος. Αυτή που θα της χαρίσεις την υπόλοιπη ζωή σου, λέω. Δε θα τ'αντέξω. Κι άντεξα ήδη πολλά, και θα αντέξω κι άλλα που ακόμη δε γνωρίζω. Αυτό όμως, όχι.

Να μη μάθεις ποτέ τη συνέχεια μου. Τους νέους μου δρόμους. Τα αγόρια και τα κορίτσια που θα φιλήσω, που θα ξαπλώσω, που θ' αγναντεψω. Να μη μάθεις αν έκανα αυτό που ήθελα. Αν έφτιαξα εκείνο το χωριό που σου λεγα. 
Κι αν συναντηθούμε σε κάνα φανάρι στην Ακαδημίας, κάνε πως δε με είδες. Κορναρε στον μπροστινό, τρέχα.

Κι ίσως κάπου κάπου να σε θυμάμαι -σε κάποιο τραγούδι, σε κάποια ονόματα,  σε κάποιες ταινίες. Αλλά είναι  περίεργο το παρελθόν, και είναι κρίμα να το μοιρολογουμε.

Τετάρτη, 1 Απριλίου 2015

160+ βδομάδες



Θα 'ρθει μια μέρα που η κοπέλα θα ακούει τους δίσκους της μόνη. 
Και ήρεμη. Στο σπίτι θα επικρατεί ησυχία. Θα την παίρνει ο ύπνος στον καναπέ. Και δεν θα την κοιμίζουν φωνές. Θα ξυπνάει με κόρνες αυτοκινήτων και γαυγίσματα σκύλων, που θα ηχούν μέσα της σαν οι πιο προσεγμένες μελωδίες.
Θα μαγειρεύει σε μια μικρή κατσαρόλα.
Θ' ανάβει όλα τα φώτα, θα ουρλιάζει, θα σιωπά.
Δε θα έχει ρολόι. Θα μισεί τα ρολόγια. Και την ώρα. Ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με την ώρα...


Κι όμως, όλα αυτά θ' αργήσουν. Την περιμένουν καρτερικά στο κατώφλι της, μα η πόρτα δε λέει ν' ανοίξει. 

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Τα παντού σου



Πάνω στο κρεβάτι μου έχω ένα φούτερ σου και μια παλιά σου φόρμα.
Φοράω τις γκρι κάλτσες σου.
Δίπλα μου βρίσκεται ένα άδειο μπουκαλάκι απ' το άρωμά σου.

Αλλά κυρίως, έχω τη μυρωδιά σου πάνω μου.
Το δέρμα σου στα μαλλιά μου.
Τον ιδρώτα σου στις φλέβες μου.

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Άλφα







Στο πρώτο τσιγάρο της ημέρας, σκέφτομαι εμάς να κάνουμε έρωτα.
Ένα λατερνιάρη με ιδρωμένα χέρια, και το πόσο όλοι μοιάζουμε με ποτάμια. 

Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015

Λίγο πριν τις 6:75



Η γη στέκεται πάνω σ' ένα μαύρο πλακάκι στην οδό Ερμού ενός άλλου γαλαξία.
Την ποδοπατάνε  διερχόμενοι περαστικοί, κορίτσια με τακούνια και κουρασμένα παιδάκια, από μια βόλτα με τους γονείς τους που ποτέ δεν ήθελαν να κάνουν.
Μια κονκάρδα πέφτει από μια κοπέλα κι εκείνη σκύβει να τη μαζέψει (αποκαλύπτοντας το λευκό δέρμα της μέσης της).

Ξέρεις, ποτέ δεν έχω δει Ασιάτη να καπνίζει.
Και ο κόσμος είναι τόσο κακός!
Α, και η Αθήνα άσχημομορφη.
Και όλα μα όλα
είναι τυχαία. 

Τετάρτη, 4 Μαρτίου 2015

Ακροπόλ

Έχουμε τόσο πολύ εναποθέσει
τις ελπίδες μας
στο βράδυ,
που ξεχνάμε πόσο
μικρό
είναι.
Η νύχτα είναι ο αντίποδας της μέρας,
κι ο ήλιος για να την
εκδικηθεί που του κλέβει τη δόξα,
την κάνει τοσοδούλα
τιποτένια
ισχνή.
Για αυτόν τον λόγο,
πάμε οι χαζοί και
γεμίζουμε τα βραδινά σύννεφα
με όνειρα
προσδοκίες
και γιγάντια "θέλω"
Και όταν θυμόμαστε πως δεν έχουμε
παρά
εφτά οχτώ εννιά ώρες
γκρεμοτσακιζόμαστε
και ξυπνάμε με ματωμένα γόνατα.

Κυριακή, 1 Μαρτίου 2015

1500



Μείνε εδώ.
Σφίξε με στην αγκαλιά σου και πες μου πως όλα θα πάνε καλά.
Ας γίνουμε αόρατοι. Το ξέρεις και το ξέρω πώς μπορούμε.
Έλα να περάσουμε πέντε μερόνυκτα μαζί -όχι δε θέλω πολλά, ένα κρεβάτι κι ένα παράθυρο αρκούν.
Γέμιζέ με με τον προστατευτισμό σου, και 'γω θα σε διαβεβαιώνω πως το σώμα μου έπαψε να φοβάται. Θα είσαι εδώ και δε θα πονάω.
Κι όταν όλα τελειώσουν, όταν η ουσία φύγει από μέσα μου, όταν η μήτρα μου επιστρέψει στην ουδετερότητά της και το κεφάλι σου φράξει καθετί αρνητικό, τότε θα σηκωθούμε, θα αγοράσουμε δυο μιλκσέικ φράουλα βανίλια, θα κάτσουμε στην άκρη του κόσμο (ή στο μπαλκόνι σου) και θα τα πιούμε.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Η οδός Χαιρεφώντος



Στο δωμάτιο 322 της οδού Χαιρεφώντος, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι ξέφυγαν απ' τη συνήθεια. 

Τσιγάρα με την Ακρόπολη ελάχιστα μακριά τους. Έρωτας βίαιος και άγαρμπος ("θα 'χουμε καλύτερες φορές"). Λίγη σοκολάτα στο κρεβάτι (σ'εκείνο το κρεβάτι που έτριζε), χάδια πεταμένα στα μαξιλάρια. Πουθενά φεγγάρι. 
Μια τηλεόραση που ποτέ δεν άναψε. Ένα βιβλίο που ξεσήκωσε όλα τα υπόγεια νερά της.
Πόνος, πολύς πόνος. Και αναζήτηση του πόνου.
Του μετριασμένου, ερωτικού πόνου.
Του πόνου με τις ήρεμες ματιές.

Στο δωμάτιο 322 της οδού Χαιρεφώντος, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι δημιούργησαν ποίηση. 

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Της στοίχισε



Μπορούσε κανείς να την ερωτευτεί εύκολα. Κι αυτό γιατί, το σώμα της ποτέ δεν είχε την ίδια μυρωδιά. 
Ανά τους αιώνες (κι ας μην είχε η ίδια σκοπό να ζήσει τόσο πολύ), πολλοί βρέθηκαν να πουν πως τα μαλλιά της μύριζαν τσιγάρο. Άλλοι είπαν πως το στήθος της μοσχοβολούσε γιασεμί και οι κροτάφοι της κολόνια.
Αυτή γελούσε, κι έστεκε να χαζεύει όλους αυτούς που πηγαινοέρχονταν.
Μια φορά μόνο κάρφωσε το βλέμμα της λίγο παραπάνω κάπου -μια κοπέλα με πράσινα μαλλιά και ροζ συνείδηση πέρασε και χάθηκε.

Όχι, δεν το ξαναδοκίμασε.








(ΥΓ.: Την Παρασκευή 20 Φλεβάρη διοργανώνεται στο Κλειστό Γήπεδο Σπόρτινγκ συναυλία ενάντια στις φυλακές τύπου Γ', με το Γιάννη Αγγελάκα, τον Θ. Παπακωνσταντίνου, τη Ματούλα Ζαμάνη, τους Χαΐνηδες και άλλους. Κουπόνι ενίσχυσης, 5 ευρώ. Ο αγώνας είναι πολύμορφος και είναι πάντα εδώ. Τι καλύτερο έχετε να κάνετε αυτή την Παρασκευή, εξάλλου;)

Τρίτη, 10 Φεβρουαρίου 2015

Τίποτε άλλο


Εκείνο το βράδυ, μύρισε καλοκαίρι.
Δεν μπορούσε, φυσικά, να προσδιορίσει ακριβώς τη μυρωδιά.
Ίσως ένα συνονθύλευμα ζεστού αέρα, υγρασίας και ξαστεριάς.
Με την πρώτη εισπνοή, τα σπλάχνα της αναγεννήθηκαν.
Με την πρώτη εκπνοή, έπεσε χάμω νεκρή.