Κυριακή, 4 Αυγούστου 2019

whereismolly

03.04.2018

λιοσίων
με κρατούσε απ' τους ώμους
το φόρεμα έπεφτε
όλα αναβόσβηναν σε άσπρο μαύρο άσπρο
μ' αγαπούσε, κάπως
ή, θα μ' αγαπούσε σύντομα
τα μπούτια μου μπλέκονταν
κάποιος μιλούσε κινέζικα
λιοσίων
τίποτα δεν πονάει περισσότερο
απ' τα πόδια μετά τη βάρδια
με τις ματιές τους ακόμα
πάνω στον κώλο σου
και τα χείλη και τα βυζιά
και τα μάτια σου
λιοσίων
πώς σκατά βρέθηκα εδώ
ένα μπαλκόνι και μια πορτοκαλί κουβέρτα
λιοσίων
δεν θέλω να με ξαναγγίξεις
λιοσίων
σφίγγω τα χερούλια στο λεωφορείο
θέλω τη μόλλι
το όνειρο απόψε ήταν σκατά
κάποιοι μας κυνηγούσαν στην πατησίων με λοστούς
μου κρατούσαν τα πόδια
δεν πονούσα, μόνο τρόμος
ξύπνησα χωρίς να ξυπνήσω
είχε μεσημεριάσει
η κυριακή έπαιζε βιολί μέσα
έψαχνα τον ιδρώτα του
και τα σάλια μου πάνω του
το φρατζίλιτι
ορίστε, το φρατζίλιτί μου
σε μια βρώμικη τουαλέτα
ανάμεσα σε μυρωδιές ούρων και κοπράνων
είπα μια ιστορία
για ένα κορίτσι φαμ φατάλ στυλ
που ήταν ολόκληρο βουνό
κι έδινε κομματάκια πετρούλες
σ' ένα αγόρι που της έλεγε "τσαλακώσου για μένα"
και δεν την ένοιαξε
όταν πληγώθηκε
όχι γιατί ήταν ανιδιοτελής
ή κάποια τέτοια μαλακία
αλλά γιατί το φρατζίλιτι υπάρχει
όχι για να το προσέχουμε
μα για να σπάει στα σωστά χέρια
κι αυτή η ιστορία
ανήκει στα σώματά μας
που γίνονται μπλε και μωβ
κι οι μελανιές μας κιτρινίζουν
ανήκει στα κόκαλα που θα θελα να σπάνε
κάτω απ' τα πόδια σου
σε μένα που αποδομούμαι
για πάρτη σου
κάθε φορά που πηδιόμαστε
αυτή η ιστορία δεν ανήκει
σ' εκείνη τη βρώμικη τουαλέτα
μα στις πληγές μου που φροντίζεις
μετά το μπάνιο
μετά τους μεσημεριανούς ύπνους
που τόσο με τρομάζουν

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

τα εγγόνια της μητρόπολης πηγαίνουν σούπερ μάρκετ

το καλοκαίρι στην αθήνα είναι μια περίπλοκη υπόθεση
όλοι λένε ιστορίες "εννιά χρόνια πριν στην ίο" όλοι πάνε στην ανάφη και δεν ξέρουν πότε θα γυρίσουν
μένουν πίσω γατόσκυλα σε διαμερίσματα
αυτές που φροντίζουν τα γατόσκυλα και τα διαμερίσματα αυτών που πήγαν στην ανάφη
αυτοί που δουλεύουν σε πιτσαρίες ζώνης ώρας ακρόπολης
αυτές που τη βγάζουν στον καναπέ με φαρμακευτικά σκευάσματα
τα πάρτι φεύγουν απ' την αθήνα, τα παιδιά που παίζουν μουσική φεύγουν απ' την αθήνα
αυτές που θες να κοιμηθείς μαζί τους φεύγουν απ' την αθήνα
οι καρτ ποσταλ εκτοξεύονται σαν μπαλάκι απ' τη μια ταχυδρομική θυρίδα στην άλλη
ο ήλιος εγκαθίσταται στους πάνω ορόφους των πολυκατοικιών και τα φυτά δυσανασχετούν
η τέκνο φεύγει απ' την αθήνα, μένει μόνο να παίζει πλέιμπακ στο γιουτιουμπ
για όσες και όσους τη χρειάζονται για να συγκεντρωθούν στο βιβλίο που διαβάζουν
πριν πάνε δουλειά για να σερβίρουν αυτούς που φύγαν απ' το βερολίνο
την άνοιξη που η τέκνο βρίσκεται στην αθήνα, την καβαλάμε προσηλωμένες στα bpm
ρυθμίζει τη σκέψη μας και ακονίζει τα δάχτυλά μας
πάντα κάνω ένα διάλειμμα να χαζέψω τα πόδια μου που ξεκλειδώνουν χορευτικές κινήσεις
και τους γύρω μου που κλείνουν τα μάτια
για να σκεφτώ αυτή τη φράση απ' τον αστακό "we dance alone - that's why we only listen to electronic music" και να επιστρέψω καβάλα στο σκουπόξυλο, μέσα απ' το μπιτ, πάνω απ' το πάρτι
το καλοκαίρι στην αθήνα είναι μια περίπλοκη υπόθεση γιατί τα γράμματα και τα μέιλ καθυστερούν
είτε γιατί ζεστάθηκε ο ταχυδρόμος κι άραξε για λεμονάδα και τσιγάρο
είτε γιατί όλοι ριζώνουν σε μέρη που απαγορεύεται το ίντερνετ, εναρμονιζόμενοι με τη θάλασσα και τα φύκια, ακούγοντας μουσική που θα ξανακούνε το χειμώνα και θα λένε "πω αυτό είναι τόσο ανάφη"
η πατησίων δεν έχει ακόμα αδειάσει, περιμένω το μεσημέρι που θα την περπατήσω
και θα μπορέσω πράγματι να βουτήξω στο οδόστρωμα τοπλες με καπελάκι
η αντίστροφη μέτρηση ξεκίνησε, και φέτος πρώτη φορά το αισθάνθηκα τρομακτικά, όταν είδα το ρολόι να πηγαίνει 00.01
οι βάρδιες φεύγουν γρήγορα, όσο πιο γρήγορα πίνουν τόσο πιο γρήγορα σερβίρω
τόσο πιο γρήγορα σχολάω, κι αρκετά γρήγορα έχω πάει για ύπνο
"ναι, ναι αυτό το καλοκαίρι κάνω σεζόν στην αθήνα", σε κοιτάνε "μα δεν γίνεται να κάνεις σεζόν στην πόλη που μένεις όλο το χρόνο", τους κοιτάω και σκέφτομαι πως δεν έχουν καταλάβει τίποτα
γιατί η μεγαλύτερη ευχαρίστηση αντλείται από μια ζωή που είναι διαρκώς σε τάξη
το ψυγείο έχει μισό γάλα, τρεις ντομάτες, ένα γιαούρτι, γαλοπούλα - τυρί, δυο αυγά
το μπάνιο έχει μισή οδοντόκρεμα κι άλλη μια καινούργια στο ντουλαπάκι
βλέπεις -όλα σε τάξη
γι' αυτό είμαι βαθιά ευχαριστημένη, γι' αυτό πλήττω
έχω χρόνο να επιθυμήσω, απλώνω την επιθυμία μου στον καλοκαιρινό χρόνο
δε βιάζομαι να ξαπλώσω, ή να γδυθώ, ή να τελειώσω
επιθυμώ και περιμένω και επεξαργάζομαι, κοιτάω όμορφα αγόρια
χαζεύω το κούτελό τους, τα μακριά τους μαλλιά που τ' ανακατεύουν με τόσο ναρκισσισμό
αυτό το καλοκαίρι στην αθήνα κρατάω την επιθυμία μου στο στόμα μερικά δευτερόλεπτα πριν την καταπιώ, για να αντλήσω κάθε ίχνος επίγευσης

όταν όλοι πάνε στην ανάφη, κι ενώ οι υπόλοιποι λένε ιστορίες απ' την ίο
υπάρχουν ένα εκατομμύρια πράγματα που μπορείς να συνειδητοποιήσεις μόνη σου
το νερό που χρειάζεται ο κάκτος σου, το πότε σ' αρέσει να ξυπνάς με ήλιο και πότε όχι
το πόσο όμορφο είναι να είσαι εικοσι ένα και να τα ζεις όλα για πρώτη φορά και να ανακαλύπτεις ακόμα τρόπους να είσαι χαρούμενη
το πόσο καταστροφικό είναι να είσαι εικοσι ένα και να νιώθεις όλα τα συναισθήματα του κόσμου μαζί και να πνίγεσαι κάθε πρωί στον καναπέ και το σώμα σου να πεθαίνει απ' την περίοδο και τον πονόδοντο και το βήχα και τον ήλιο και τον έρωτα και τις μελιτζάνες και να μην ξέρεις τι να κάνεις
ύπαρχουν τόσα πράγματα που συνειδητοποιείς όσο οι υπόλοιποι είναι απασχολημένοι με το να είναι χαρούμενοι
κάποια απ' αυτά αρχίζουν στο βρακί σου
κάποια άλλα τελειώνουν στο να κοιμάσαι με όλο το κρεβάτι δικό σου
οι μέρες περνάνε, το καλοκαίρι δεν φεύγει ακόμα
θα γυρίσουν με καμμένο δέρμα και καμ ντάουν απ' την ανάφη
θα γυρίσουν γεμάτοι ιστορίες και θα σε φιλήσουν στο στόμα, όπως κάνουν οι φίλοι
θα γυρίσουν και θα ξαπλώσετε στο μπαλκόνι ένα μεσημέρι παίζοντας τάβλι, γιατί αυτό είναι ο έρωτας
το καλοκαίρι θα φύγει, θα πάρει κάποιους μαζί, κάποιους θ' αφήσει
η αθήνα θα έχει επιβιώσει άλλον ένα καύσωνα
κι εμείς θα περπατάμε άτσαλα αγκαλιά προς τις μεγαλύτερες νύχτες του κόσμου
τα χέιγκ σε κλειστοφοβικά μπαρ
και τα υποχρεωτικά σάββατα που τόσο θα θέλαμε να έχουμε αποτάξει







Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019

η πιο όμορφη κοπέλα στον κόσμο δεν είχε τίποτα στον κόσμο δικό της, πέραν των ιστοριών. μάζευε ιστορίες στα μπαρ και στους θάμνους των πλατειών, μάζευε ιστορίες απ' το βρακί της κι απ' τα καλαμάκια των άλλων, μάζευε ιστορίες και μετά τις έλεγε αλλού, τις άλλαζε, τις παρα-άλλαζε και τελικά κοιμόταν μ' αυτές κάθε βράδυ για καληνύχτα.
η πιο όμορφη κοπέλα στον κόσμο κάπου κάπου φοβόταν να γράψει, φοβόταν να πιάσει τα στιλό της ή το τέλεια απαλό πληκτρολόγιο, φοβόταν να κάνει το μόνο πράγμα που ήξερε να κάνει, κι έτσι λυπόταν ακόμα περισσότερο, λες και δεν της έφτανε που ήταν η πιο όμορφη κοπέλα στον κόσμο.
το καλοκαίρι της μέλισσας πέρασε πολύ γρήγορα, οι ιστορίες διαδέχονταν η μία την άλλη, κάθε βράδυ ισοδυναμούσε με μια καινούργια ιστορία, και τα μαλλιά της ανέμιζαν στην πατησίων λίγο πριν κάποιο ράντομ μηχανάκι την αφήσει στην είσοδο της πολυκατοικίας, μ' αυτή να σκέφτεται στο ασανσέρ "δεν πειράζει, όχι δεν πειράζει". το καλοκαίρι της μέλισσας, οι μισοί είχαν φύγει για τα καταπληκτικά νησιά της χιλιετιρίδας κι οι άλλοι μισοί είχαν καλωδιωθεί μπροστά από μικρές οθόνες λάπτοπ στα δωμάτιά τους στην αθήνα. βλέπεις, εκείνο το καλοκαίρι ήταν αρκετά της μόδας να είσαι καλωδιωμένη, όχι τόσο της μόδας βέβαια όσο το να πας σε κάποιο καταπληκτικό νησί, όμως έφτανε για να κουνάνε αρκετοί άνθρωποι τα κεφάλια τους πάνω από πληκτρολόγια και να ζεσταίνουν τ' αυτιά τους κάτω από ακουστικά, δημιουργώντας μια κοινότητα καλωδιωμένων, χαρούμενων ανθρώπων. συνδέονταν, λοιπόν, όλοι μαζί (δηλαδή, όσοι δεν είχαν μεταβεί σε καταπληκτικά νησιά) στον μοναδικό σέρβερ που εξυπηρετούσε τη χώρα, και έτρεχαν τον κώδικα που είχαν επιλέξει.
η πιο όμορφη κοπέλα στον κόσμο περπατούσε στις οδούς με ονόματα νησιών, στις οδούς με ονόματα σημαντικών ανθρώπων, κι όσο τα πόδια της διάνυαν χιλιόμετρα βόλτας, τόσο έχανε το βηματισμό της κάτω απ' τον ήλιο. βλέπετε, η πιο όμορφη κοπέλα στον κόσμο κουβαλούσε μια μικρή κατάρα, όχι τίποτα πολύ σημαντικό, μια κατάρα όμως αρκετή για να την επαναφέρει καθημερινά στην ίδια λούπα. γνώριζε, λοιπόν, ανθρώπους κάθε βράδυ πιο ξεχωριστούς, γνώριζε ανθρώπους που με τα δάχτυλά τους άγγιζαν μικρά κυβάκια μέσα της, παίζοντας κάθε βράδυ ένα ξεχωριστό τέτρις. και κάθε βράδυ ήταν υπέροχο, κάθε βράδυ ήταν άξιο να μπει στα μπουκαλάκια των αναμνήσεων και να καταχωρηθεί με ετικέτα διακριτή απ' τα υπόλοιπα. οι άνθρωποι φεγγοβολούσαν, κι η πιο όμορφη κοπέλα στον κόσμο φεγγοβολούσε δίπλα τους, άνοιγε διάπλατα τα μεγάλα μάτια της και τους χαμογελούσε πιστεύοντας κάθε βράδυ πως ο ένας είναι πιο σημαντικός απ' τον άλλο, πιο διαφορετικός, πως το μπουκαλάκι αυτό θα έμενε για πάντα στο ράφι ακτινοβολώντας. και τα μπουκαλάκια μαζεύονταν, και όλα ακτινοβολούσαν, κι όλοι οι άνθρωποι ήταν υπέροχοι και μοναδικοί, κι είχαν όλοι αγγίξει τα δικά της κυβάκια, κι η πιο όμορφη κοπέλα στον κόσμο ξυπνούσε το πρωί και καταλάβαινε πως το μπουκαλάκι δεν ήταν παρά ένα μπουκαλάκι. έκλεινε, έτσι, μικρά σύμπαντα με δακτύλιους και κόρνες και αστρική σκόνη και ξεχωριστά συστήματα λειτουργίας των φυσικών νόμων, τα έκλεινε όλα αυτά σε μπουκαλάκια και τα ράφια της γέμιζαν, και δεν ήξερε ποτέ τι να τα κάνει. σηκωνόταν, κοιτούσε τα ράφια της, χαμήλωνε το βλέμμα και συνέχιζε το επόμενο βράδυ την αναζήτηση του επόμενου μοναδικού κόσμου που θα αγκάλιαζε. κι όσο λυπόταν το πρωί που τα μπουκαλάκια σκονίζονταν το ένα δίπλα στο άλλο, που μέσα σε κανένα τελικά δεν κατάφερνε να μπει, με άλλη τόση έξαψη και ενθουσιασμό έπεφτε την ίδια νύχτα στην αναζήτησή τους.
ένα τέτοιο μπουκαλάκι, ξεχωριστό απ' τα υπόλοιπα, περιείχε το βράδυ με ένα αγόρι που τη συνάντησε στη λεωφόρο μεσογείων και το πρωί της έφτιαξε τοστ με αβοκάντο και τυρί, ένα αγόρι που έγερνε το πρόσωπό του όποτε της μιλούσε και την κοιτούσε διαρκώς διστακτικά στα μάτια, ενώ τα χείλει του ήταν τόσο απαλά και ροζ που θαρρούσες πως θα 'σκαγαν. η πιο όμορφη κοπέλα στον κόσμο αποφάσισε πως, αφού δεν θα τον ξανάβλεπε, θα τον συναντούσε τουλάχιστον στις ιστορίες της, αποφάσισε πως θα έγραφε το βιβλίο της γι' αυτόν, θα τον έβρισκε σ' όλες τις λεωφόρους της αθήνας πέραν της μεσογείων στην οποία είχαν ήδη βρεθεί. όμως, τελικά, δεν κατάφερε να τον βρει ούτε μέσα στις λέξεις κι έτσι άλλο ένα μπουκαλάκι σκονίστηκε στον πάγκο.
ένα άλλο μπουκαλάκι είχε μέσα έναν άνθρωπο που την κοίταξε ένα μεγάλο βράδυ στα μάτια και τη ρώτησε σε τι συχνότητα συντονίζεται ο εγκέφαλός της, γιατί είχε την εντύπωση πως χρησιμοποιούσαν την ίδια, τη ρώτησε από πού είχε εμφανιστεί και ποια τέλος πάντων ήταν. η πιο όμορφη κοπέλα στον κόσμο γούρλωσε για άλλη μια φορά τα μάτια, αποφάσισε πως αυτός δεν θα έμπαινε σε μπουκαλάκι αλλά θα στεκόταν δίπλα της, όμως εκείνος έφυγε με την υπόσχεση να γυρίσει, αντάλλαξαν μερικά μέιλ και τελικά τον κατάπιε ο κυβερνοχώρος, αφήνοντας πίσω ένα ακόμα μπουκαλάκι στο ράφι.
ήρθε και το αγόρι που ήπιε εννιά τάνκερεϊ μέσα σε μια νύχτα, που την κοίταξε και της είπε "πάμε μαζί στο λονδίνο" κι αυτή του απάντησε "πάμε μαζί στην ταϋλάνδη", όμως εκείνος έμεινε να ζωγραφίζει σ' ένα σπίτι στη νέα κηφισιά κι εκείνη να σερβίρει τουρίστες σ' ένα μπαρ στην κυψέλη, κι έτσι μπήκε κι αυτός στη συλλογή με τα μπουκαλάκια.
η πιο όμορφη κοπέλα στον κόσμο ήξερε ότι της άρεσε να χαζεύει τα αγόρια της να χορεύουν στα πάρτι με στιλ, ήξερε ακόμα πως κάποιος κάπου της είχε πει πως το πιο όμορφο ξημέρωμα το βρίσκει κανείς στη σίφνο, ήξερε διάφορα πράγματα τέλος πάντων, αλλά δεν είχε ιδέα πώς θα έπαυε το οφλάιν να θεωρείται πολυτέλεια, ή πώς θα έσπαγε κάποια στιγμή επιτέλους τα μπουκαλάκια της. 

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

ρε έχω ακόμα υπερένταση θες να βάλουμε τίποτα να δούμε

απρίλιος 2019

το φως ξεκλειδώνει το
παράθυρο το πρωί που
φωτίζει δεν με χαϊδεύεις
πόδι που αγγίζει φοβάσαι
πόδι που τρέμει αγγίζει ξανά
οι ώρες τελειώνουν το βράδυ γίνεται
μπλε
πιο κοντά πιο κοντά
υπολογιστής που καίει τα μπούτια μου
χέρι σκαλώνει στην κόγχη του στήθους
φλέβες ποτάμια σ' ένα μεγάλο νησί
η μητρική κάρτα υποφέρει
αλκοόλ στο μαξιλάρι
τούφες μαλλιών στο μέτωπό σου
ανδροειδή σκοτώνουν ανδροειδή κοιτάς
σε χαζεύω αλλά δεν σε κοιτάω
δάχτυλα που ψάχνουν δάχτυλα
γόνατα στενός χώρος σεντόνια
ρούχα στο πάτωμα ντουλάπα ανοιχτή
η πόρτα δεν κλείνει το δωμάτιό σου
η πόρτα κλείνει τη νύχτα
κουτάκι που ανοίγει χωρίς καφέ το πρωί
δάχτυλα στο στόμα πες μου τι θες
θέλω εσένα και μόνο εσένα τώρα
υγρά φρεσκοξυρισμένο δέρμα τσούζει
έχουμε μιάμιση ώρα να κοιμηθούμε ο
ένας πάνω στην άλλη
ιστορίες απ' τη γλώσσα σου για ο,τι
σημαντικότερο έχουμε
ήλιος ταβάνι σκιές ξυπνητήρι
ξεραμένα υγρά πρέπει να σηκωθούμε
γυρνάω απ' την άλλη πάρε με αγκαλιά
κι ας ήλιος ταβάνι σκιές ξυπνητήρι
η πλάτη μου λούζεται με αχτίδες
δάχτυλα σπόνδυλοι δικά σου δικά μου
τα χείλη σου μου φιλάνε τα πλευρά
και σταματούν να δουλεύουν
πέτρες που πέφτουν
σάλια σώμα στρωμένα σεντόνια
κι έπειτα πάλι
υγρά και ξυρισμένο δέρμα και τσούζει
μηδέν ώρες μηδέν λεπτά
πρωί πόρτα που ανοίγει κατούρημα
φούτερ κασκόλ μάτια ανοιχτά
μας κοιτάνε δεν ξέρουν ότι έχω το σώμα
σου πάνω μου νομίζουν ότι απλώς
ξενυχτήσαμε στη δουλειά
μιάμιση ώρα ύπνος το στρώμα σου ήταν
βολικό μια φορά στα χίλια χρόνια
ανοιχτός θώρακας νυχτερίδες φθόγγοι
εικόνες
μια τελίτσα στη γραμμή που μας ενώνει
πληρότητα άνοιξη ιστορίες για ύπνο
εσύ κι εγώ, πού και πού

και κάτσε εσύ ν' αναρωτιέσαι
αν αυτό το 'γραψε
ρομπότ
ή άνθρωπος

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

+τροφη

κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν πλέον διαφορετικά, όταν κόψαμε τον ανανά, τον μοιράσαμε σε τρία εύκαιρα μπρίκια, αφού δεν είχαμε πιάτα, κι η καθεμιά έβαζε το πιρούνι της μέσα κόβοντας ένα κομμάτι και βάζοντάς το στο στόμα. οι χυμοί του ανανά πασάλειφαν τα αγορίστικα χείλια και λέρωναν τα κοριτσίστικα πηγούνια, καθώς τα σάλια όλων συγκεντρώνονταν μπουκιά τη μπουκιά στον πάτο του μπρικιού. κατάλαβα ότι τα πράγματα ήταν πλέον διαφορετικά, όταν ένιωσα χαρά που μοιραζόμασταν τον ανανά, που το δικό μου σμάλτο έβρισκε το δικό σας σμάλτο στις άκρες των πιρουνιών.
χθες γυρνούσα το κεφάλι από μάτια σε μάτια, κι ήταν όλα γερμένα, κι ο στέλιος είπε "πολύ γυαλισμένο μάτι έχει πέσει σήμερα", κι είχε δίκιο, όλα τα μάτια φώναζαν εξάντληση. όμως, κι έτσι, όσα μάτια γύρισα να κοιτάξω, ίδιο το γυάλισμα, ίδιο το γύρσιμο προς τα μέσα, κι όλα, μα όλα, έλεγαν κάτι διαφορετικό. η τασ κοίταξε το πόδι μου και ρώτησε "γιατί είσαι σκατά;". τα δικά της μάτια πλαισιώνονταν από χοντρό τιρκουάζ γκλίτερ που έσπαγε σιγά σιγά όσο ξημέρωνε, σχηματίζοντας μικρές τιρκουάζ γυαλιστερές ρυτίδες. ο γιώργος μου είπε "σ' αυτο το σημείο πρέπει να επανεκτιμήσουμε τη σχέση μας" και τα μάτια του ήταν κόκκινα και χαρούμενα, κι ύστερα ξεφωνίσαμε γελώντας. ο γ.π. κοιτούσε τα βυζιά μου, κοιτούσε τα μάτια μου, χαμήλωνε το βλέμμα και μετά έπιανε πάλι να κουβαλήσει.
υπάρχουν πολλοί τρόποι να κοιτάξεις, όπως υπάρχουν πολλοί τρόποι ν' αγαπήσεις και να ερωτευτείς. βέβαια, αν και αυτό είναι μια άλλη ιστορία, στον έρωτα όλοι καλοί είμαστε, κι αυτό γιατί αν και η σαγήνη είναι μια τέχνη δύσκολη, είναι παράλληλα μια τέχνη που μαθαίνεται και αφομοιώνεται με διαφορετικές ταχύτητες, καθώς περνούν τα χρόνια. το ν' αγαπάει κάποιος, όμως, όχι -δεν μαθαίνουν όλοι ν' αγαπάνε. 
έτσι, το τελευταίο βλέμμα ήρθε απ' τον αντώνη, που με κοίταξε κουρασμένα και είπε "πάμε, φενάκι;". κι αρχίσαμε ν' ανηφορίζουμε προς το σύνταγμα με μεγάλους δρασκελισμούς, επιτέλους χωρίς κάποιον πιο μικροκαμωμένο άνθρωπο να δυσκολεύεται να μας προφτάσει χαλώντας μας το βηματισμό. εκείνο το βράδυ, ίσως να μην καταφέραμε να χορέψουμε χαζοπανκ, αλλά ξέραμε ότι θα ξαναρχόταν η ώρα και γι' αυτό -ίσως σε μέρη και ώρες που δεν το πολυ-υπολογίζαμε. 
ξαπλώσαμε το ένα άγαρμπο σώμα δίπλα στο άλλο, εγώ είδα στον ύπνο μου τον τζόρτζιο αγκάμπεν να με περιμένει στις εφτά και τέταρτο που έπρεπε να ξυπνήσω, κι ο αντώνης σηκωνόταν να βγάλει τη μπλούζα του ή να ρίξει μια ματιά στην καλλιρόης απ' το μπαλκόνι. 

Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

πες μου κάτι στα γαλλικα, ναι το ξερω οτι στο ζητανε συνεχεια

"Nude" (Edward Neston, 1934)

το να προσφωνείς κάποιον με τ’ όνομά του σε επαναφέρει διαρκώς στην πραγματικότητα του ότι βρίσκεστε κι οι δύο στον ίδιο χώρο -πολύ περισσότερο, ότι ο άλλος είναι παρών ενώπιόν σου. το δικό σου όνομα το προφέρω ξανά και ξανά, όχι μόνο γιατί η αχαρνών είναι ωραία βρεγμένη το ξημέρωμα μέσα απ’ το ταξί, ούτε γιατί τα πατήσια μεταμορφώθηκαν ξαφνικά όταν σου είπα να πάμε μέχρι τη θεσσαλονίκη με τα πόδια. προφέρω το όνομά σου φέρνοντας τη γλώσσα πίσω απ’τα δόντια για να σχηματίσω το λάμδα, το οποίο θ’ ακολουθήσουν δυο φωνήεντα και δυο σύμφωνα εκ περιτροπής. το λάμδα ξεκινάει, και μέχρι να φτάσω στο νι μ’ έχεις φιλήσει, τα σύννεφα είναι ροζ κι εσύ κατεβάζεις τις γρίλιες. μέχρι να ξαναφτάσω στο λάμδα, ο ήλιος έχει κλειδωθεί έξω απ’ το δωμάτιο, κι εμείς βρισκόμαστε πια σ’ ένα υποβρύχιο εντός του οποίου ο χρόνος δεν κυλάει, σ’ ένα υποβρύχιο-λίμπο που η νύχτα δεν τελειώνει και το πρωινό δεν λέει να φτάσει. παραπονιέσαι ότι σου έριξαν σπιντ στο ποτό, και πολλαπλασιάζεις νούμερα για να βρεις την ακριβή ώρα που θα καταφέρει να σε πάρει ο ύπνος, κι ας μη σε νοιάζει πραγματικά, αφού έχεις το σώμα μου κάτω απ’ το δικό σου, αφού μας καλύπτει η πορτοκαλί κουβέρτα, αφού η γάτα νιαουρίζει, αφού ιδρώνουμε και χύνουμε ο ένας πάνω στην άλλη με αυτοματοποιημένα ρομποτικά αντανακλαστικά όποτε κλείσουμε τα μάτια μας για παραπάνω από δεκάλεπτο. σου ξαναλέω, πάμε θεσσαλονίκη με τα πόδια, με κοιτάς αναγνωριστικά όμως καταλαβαίνω ότι καταλαβαίνεις, δέχεσαι να παίξεις το παλιό παιχνίδι όπου μπορούμε να ζήσουμε ό,τι θέλουμε στο μυαλό μας αρθρώνοντας προτάσεις λόγου που δεν μας αναλογούν. οι ώρες περνάνε, για άλλη μια φορά η μυρωδιά μου εξαφανίζεται, πλέον το σώμα μου αφομοιώνει τους τρόπους του δικού σου και αναπνέει υγρασία με τις ίδες κινήσεις διαστολής και συστολής του δέρματός σου. το σώμα μου εξαφανίζεται κάτω απ’ τις μασχάλες και το σπέρμα σου, κι όταν ανοίγω τα μάτια και σε βλέπω μακριά, με παρακλητικό βλέμμα σου ζητάω να γυρίσεις στο κρεβάτι. μου λες ότι δεν θα σε πάρει ποτέ ο ύπνος, κι εγώ νιώθω αστεία που μπόρεσα να ξαποστάσω στο μαξιλάρι για μισή ώρα. σε όρους παγκόσμιας συνεννόησης, έξω απ’ το υποβρύχιο είναι ήδη μεσημέρι, αλλά πόσα πολλά να μας πει αυτό;
η ψυχοθεραπεύτρια κάτι ρωτάει κουνώντας το ποδαράκι της πάνω απ’ το δάπεδο, όμως εγώ ξεχνάω την ερώτηση, ο πίνακας πάνω απ’ το κεφάλι της μοιάζει να κινείται, και προσπαθώ να βρω την διπλωματική απάντηση που θα με κάνει να ακουστώ λιγότερο ηλίθια.
ύστερα, γονάτισα στα πλακάκια του μπάνιου, ακούμπησα το μάρμαρο της μπανιέρας και κοιτώντας το παράθυρο, έβαλα τα κλάματα, μην έχοντας τίποτα άλλο να προσφέρω στα ιερά βράδια που ξεκίνησαν σ’ ένα σκοτεινιασμένο δωμάτιο κάποιο πρωί - στα βράδια που δεν κατάφεραν ποτέ να λήξουν, αφήνοντας πίσω μοναχά μια κούραση να τρέχει με την ψυχή στο στόμα, και μια ευλογία για όλο το γκρέι σκέιλ που κάποιες φορές απολαμβάνουμε δια του δύο, σε σπαστούς καναπέδες που γίνονται κρεβάτια.


(σήμερα καθαρίζω φρούτα και καπνίζω, σήμερα τα χείλη μου είναι στεγνά, γεμάτα αυλακώσεις και σχισμές και τα ούλα έχουν πρηστεί στο εσωτερικό τους. σήμερα δεν θυμάμαι τι έλεγες χθες)


Παρασκευή, 3 Μαΐου 2019

13.02.2018


με τις έντονες κολόνιες σας
τα πόδια τ' ανοιχτά στη θέση του λεωφορείου
με το αγέρωχο βήμα
και το παλτό που ανεμίζει
με την επιβολή των εβδομήντα χρόνων σας
και το αυτάρεσκο χαμόγελο
με τα σφιγμένα χείλη
και τις λέξεις που δεν κάνουν ποτέ λάθος
με την αγκαλιά που πρέπει πάντα να 'ναι γεμάτη
και το κρεβάτι που είναι ντροπή να μένει κρύο
με την εισπνοή που τρώει όλο το οξυγόνο
και τους φαλλούς που κρέμονται μέσα απ' τα παντελόνια σας
με τα γεμάτα πορτοφόλια σας
με τις μουσικές σας
τα μαθηματικά σας
τη λογοτεχνία σας
την τέχνη σας
τους δημόσιους λόγους σας
τη φιλοσοφία σας
τις βιβλιοθήκες σας
την πολιτική σας
τον αντισεξισμό σας
τις τσόνες σας

όλα δικά σας

όλα είναι
και θα είναι δικά σας
κι αλήθεια, δεν ζήτησα κάτι

ίσως κάποτε χοροπηδήσω
χαρούμενη
πάνω στις στάχτες
του κόσμου σας
ίσως γράψω τα ονόματά σας
στο τετράδιό μου
και βρεθείτε νεκροί
ίσως πληρωθώ μια μέρα
μαζί με τις αδελφές μου
για όλη τη συναισθηματική υπεραξία
που έκανε τα γρανάζια σας
να γυρίζουν
και να σας περιφέρουν ζωντανούς

ειλικρινά
σας αγαπώ όλους πολύ
αλλά σταματήστε
για μια μέρα
έστω
να είστε τόσο
άντρες

Σάββατο, 13 Απριλίου 2019

27.10.2017


ιθάκης, κύπρου, κεφαλληνίας
σόροβιτς, σόροβιτς έξι
ένα διαστημικό λεωφορείο
κι ένα εισιτήριο για την κόλαση
αγνοώντας τους άντρες οδηγούς
και τις παράξενες κυράτσες
ο κόσμος είναι δικός μας
έστω γι' απόψε
έστω όπου κόσμος
βάλε πατησίων - χαριλάου τρικούπη
κι ας μην είχαμε ούτε σήμερα
λεφτά να πιούμε
και θα γυαλίζουν τα μάτια
και θα σφίγγεται η καρδιά
πώς είναι να νιώθεις χωρίς να πίνεις
αλήθεια
πώς είναι να πηδιέσαι χωρίς να κλαις
στο τέλος
κι εν πάση περιπτώσει
για πόσο θα ξυπνάμε σε σπίτια
με σπασμένα κρεβάτια
και λειψά σεντόνια
δίπλα σε σώματα που
εντάξει, δεν θα μας πείραζει
και να έλειπαν
σπίτια - κουκίδες στο χάρτη
μια κουκίδα για κάθε νέα περιοχή
που κοιμηθήκατε
συγχαρητήρια, δώρο
ταξιδιωτικός οδηγός
για το διάολο

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

η βασιλισσα των καμ νταουν

"crying in reverse" (artist: tanjavanja)




φθινόπωρο 2017

ο κίτρινος τοίχος είναι το κορίτσι που
διαβάζει βιβλία στο στρωμένο κρεβάτι
ο κόκκινος τοίχος είναι το χέρι που
σφίγγει την καρωτίδα στη διάρκεια της διείσδυσης
τα χέρια ιδρώνουν τα πρωινά του αυγούστου
ενώ η μύτη βουλώνει λευκά
η καρδιά αρρυθμεί τα ξημερώματα του σεπτέμβρη
κι η ευφορία δεν θα κρατήσει πολύ
αγόρια που κοιμούνται σε εμβρυακή στάση
πιάνοντας όλο το κρεβάτι
γιατί δεν θέλουν πραγματικά να είσαι εκεί
περιμένεις στην εξώπορτα μέχρι
να τακτοποιήσουν το καθιστικό και να σε βάλουν μέσα
ενώ στη θέση σου θα έπρεπε να είναι κάποια άλλη
παίζεις το ρόλο της ντουμπλέρ
όπως τόσοι άλλοι έχουν κάνει το ίδιο
για σένα
χαϊδεύεις τ' αγόρια που κοιμούνται σε εμβρυακή στάση
και τ' αφήνεις για να προλάβεις το πρωινό μετρό
κάποια εξ αυτών ξυπνάνε, δυστυχώς
ρωτάνε "γιατί φεύγεις" μεσ' τον ύπνο τους
κι εσύ τους φιλάς το χέρι
μειδιάζοντας κάπου κάπου
είσαι εσύ το θύμα
κι όχι αυτοί -καλό είναι να σπάει
η ρουτίνα, κάπου κάπου
οι περαστικοί μυρίζουν τι έκανες όλο το βράδυ
κοιτούν ενοχλημένοι τα κουρασμένα σου μάτια
όμως πού να ξεραν ότι για σένα
όλα είναι επίπεδα και ροζ
ότι άπαξ και κυλήσεις στα ρολαρισμένα χαρτονομίσματα
καμιά έλλειψη δεν έχει πια σημασία
τα πάντα αποκτούν υφή και αίσθηση
και το μόνο σου πρόβλημα
είναι που αύριο θα υποφέρεις από ταχυκαρδίες
θα κλαις για όλες τις θλιμμένες υπάρξεις
ασκληπιού και τσιμισκή γωνία
ή αλλιώς "η βασίλισσα των καμ ντάουν"
μπορείς να ζήσεις έτσι;
εάν τίποτα δεν έχει σημασία
εάν τίποτα δεν μας έμεινε για να πεθάνουμε
εάν ζούμε για τη μετα-αλήθεια
εγώ σου λέω πως μπορείς

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

τιναμησου-τυχει




29.10.2017

εκείνο το τιραμισού ήταν καλύτερο
από πολλά τιραμισού
ήταν, ακόμα, καλύτερο
από πολλά
μη-τιραμισού πράγματα
για τα οποία σε ρωτάνε
"πώς ήταν;"
κι εσύ απαντάς λίγο λιγότερο αδιάφορα
απ' ότι αν μιλούσες για ένα τιραμισού
ας πούμε
εκείνο το βράδυ
τα χείλη τα δάχτυλά του
έσταζαν αίμα
"τι όμορφο κόκκινο"
και σκουπιζόταν στην κοιλιά σου
κι οι τρίχες σου γέμιζαν κι εκείνες αίμα
κι η γλώσσα σου είχε γεύση νομίσματος
κι ύστερα
το κρεβάτι ήταν αρκετά βολικό
για ξένο ημίδιπλο κρεβάτι
όμως καμιά σημασία δεν είχε
γιατί
όσο και να βολευόσουν
"τι σκατά κάνω εγώ εδώ" αναρωτιόσουν
"κοιμήσου, θα δούμε το πρωί"
όμως ήρθε το πρωί, το μεσημέρι
πεταγόσουν απ' την ταχυκαρδία
κι ακόμα αναρωτιόσουν
"τι σκατά κάνω εγώ εδώ;"

κι εν πάση περιπτώσει, κάποιες φορές
καλύτερα να τρως,
παρά να μιλάς
να φιλάς
ή να πηδιέσαι