Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Ανάρρωση σπονδύλου




Ραγίζει  το ποτήρι,
σπάει κι ο ουρανός
-το λαμπερό στερέωμα
προσγειώθηκε στα κεφάλια μας
γεμίζοντας τον κόσμο
χαρμάνια καφέ
και πέτρες νεκρές, σβηστές, άχρωμες
όσο το βότσαλο σαν βγει απ' το νερό.
Δολοφονήθηκε η ομορφία
για πλάκα
κατά λάθος
για χάρη ενός ξυπνήματος
και μιας υπερτροφικής παιδικής ματαιοδοξίας.

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

φλυνάφ #1



Καμιά σου σχέση δεν είναι αμιγώς σεξουαλική,
μοναχά με την κυβέρνηση
Άσε με, κλέβω ξανά
Καμιά μου σχέση δεν είναι αμιγώς πλατωνική,
μόνο επαναλαμβανόμενα θριαμβευτικά μοτίβα
αποτυχημένες κινήσεις ματ
και ζάρια
που τα σφίγγω στην παλάμη
πιο έντονα, πιο πολύ, πιο επίπονα
για να μου ανήκω
Αφού και ο χρόνος και ο τόπος
είναι γι' αυτά τα πράγματα, νεκρή μου Κατερίνα
Οι νύχτες που ξεκίνησαν πρωί
οδηγούν σε ύπνους που τελειώνουν βράδυ
Άλλη μια μέρα χαμένη.

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ρέκβιεμ




Στην τσάντα της βρέθηκαν
δύο (2) τετράδια πολυγραφικού περιεχομένου
ένα (1) βιβλίο αδιαφόρου περιεχομένου
ένα (1) πορτοφόλι
ένας (1) αναπτήρας.
Αυτή τον σκότωσε.
Το 'γραψαν στα μανταλάκια - "ΕΝΟΧΗ"
κι ας μην έγινε δίκη, ψιλοπράγματα
αστική δικαιοσύνη, ψιλοπράγματα
κράτος, μπουρζουάδες, ηθική, ψιλοπράγματα.
Του τράβηξε το χαλί του χολ κάτω απ' τα πόδια
και τον άφησε να κατρακυλήσει στις σκάλες.
Το αίμα σκορπίστηκε στο πάτωμα
λιμνούλες, πλιτς πλοτς.
Κι ύστερα κάλεσε τους μπάτσους
τους χτύπησε στον ώμο
κι αυτοί απορώντας
την έκλεισαν στο ξενυχτισμένο τοπικό κρατητήριο.
Ξέχασαν, φυσικά, να της ζητήσουν ν' ανοίξει το στόμα
γιατί, αν το έκαναν, θα έβρισκαν το
κλεμμένο ξυραφάκι.
Χάραζε, λοιπόν, το δέρμα της
και με τις ξεσκισμένες της φλέβες
έγραφε ποιήματα στους τοίχους.
Λέξεις δίχως ειρμό
εικόνες από έρημες ταράτσες
κι έρημους δρόμους
κι έρημα φιλιά
και φιλιά πολυκοσμίας, αλκοολικης
τραγούδια για δράκους
ναρκωτικά
άρρωστες ιστορίες
βιβλία που δε διαβάστηκαν
πόνους σωματικούς
πόνους ανάμεσα στα πόδια, τον καρπό, τους πνεύμονες
πεταλούδες πρώτη φορά αναστημένες
παραμύθια -σκέτα παραμύθια
μπαχάρια που έβραζαν
για την ταινία που δε γυρίστηκε
για την ταινία που κανείς δεν παρακολούθησε
τα όνειρα που έμειναν άυλες ουσίες
τις ώρες που τον έπαιρνε αγκαλιά
τις φορές που του θύμωσε.
Όλα μάταια τραγούδια
που δεν την άφησαν να κοιμηθεί.
Τους ζήτησε, μοναχά, να τον κηδέψει.
Κι εκεί, πάνω απ' το μνήμα
του ψιθύρισε ένα γενναίο "συγγνώμη"
του ψιθύρισε πως όταν έβγαινε απ' τη φυλακή
θ' αναζητούσε λίγη σκόνη που να έχει τ' άρωμά του
του ψιθύρισε πως ήρθε κι άλλη γάτα στην αυλή
του ψιθύρισε πώς ο ουρανός δεν θα ήταν αρκετά μπλε ξανά
του ψιθύρισε πως ο μόνος λόγος που ζούσε ήταν
επειδή φοβόταν μια επίπονη αυτοκτονία
του ψιθύρισε πως ήταν ό,τι ομορφότερο
στη νεκρή και τη ζωντανή πλάση.
Τα δάκρυα σκορπίστηκαν στο πάτωμα
λιμνούλες, πλιτς πλοτς.

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Αντελήφθην





Αυτά τα βράδια
δεν βγαίνουν νεράιδες
ούτε οι θεοί σού κάνουν καμιά χάρη.
Αυτά τα βράδια
η ώρα περνά
και ξημερώνει,
χωρίς να κοιμηθείς.
Αυτά τα βράδια,
γράφονται εκείνες οι σκοτεινές ιστορίες
που σ' αρέσουν.
Τι μένει, δεσποινίς Βατόμουρο;
Η καταχνιά πλανεύει
όσους έχουν μυαλό να
την αφουγκραστούν.
Όχι, δεν το ζητήσατε
but you joined the club
Τιμή σας, μαντμαζέλ
Τώρα καθίστε
πάρτε το χρόνο σας
-όλοι το κάναμε-
Η κατάρα είναι κοινή
και κρατάει χρόνια.
Βλέπετε, δεσποινίς Βατόμουρο
ούτε να ζήσετε,
ούτε να πεθάνετε μπορείτε.
Αυτοί είναι οι κανόνες.
Θα πλανάστε ως ύπαρξη,
προσπαθώντας να ισορροπήσετε
τα φροϋδικά σας συμπλέγματα
το φτηνό σας ναρκισσιμό
το φτηνό σας άρωμα
το διαρκές σας πάθος
και προπάντων
την ικανοποίηση των Άλλων.
Ώστε, καταλάβατε;
Εισπνεύστε, νιώστε την ανατριχίλα
Φυσικά, φυσικά -λίγο ρούμι ή κονιάκ
θα το χρειαστείτε
"Η κόλαση είναι οι Άλλοι"
-κι αυτό δεν είναι παρά το προοίμιο
Προχωρώντας, θα γίνεται δυσκολότερο
Θα σας βομβαρδίζουν σκέψεις και νότες
Το αίμα δε θα αρκεί,
μήτε το αλκοόλ
Κι όμως, προειδοποιώ
τίποτα δε θα σας σώσει, μαντμαζέλ
Τίποτα ζωντανό ή νεκρό
Διότι, όλα είναι κομμάτι
της ίδιας φαυλότητας
που λέγεται ζήση

Δεν γνωρίζω ποια μαύρη μάγισσα
σας κήδεψε σ' αυτόν τον τόπο
Όμως το προσδόκιμο ζωής
δεν έχει εξυψωθεί ακόμη
Μείον μια εκατοντάδα
-καλά είμαστε

Κι ως το Ευγενές Τέλος, τι;
Δεσποινίς Βατόμουρο,
αν γνωρίζαμε την κατάληξη
δεν θα παίζαμε το παιχνίδι
Το αδιέξοδο υπάρχει
στρυφογυρνά
μας φτήνει
μας ταπεινώνει
Κι εμείς εκπνέουμε
δάκρυα
δυστυχισμένα δευτερόλεπτα
γιατί,
είμαστε αδύναμοι, δεσποινίς
Στην αρχή πονάει
όπως οι δεσμώτες τυφλώνονται σαν αντικρίσουν το Αγαθόν
Μα κι ο Πλάτων, μαλακίες έλεγε

Δεσποινίς,
το ρεβόλβερ πάντα θα βρίσκεται
στο ντουλαπάκι του αμαξιού
σε περίπτωση που δεν αντέξετε το βάρος σας
Μα, ξανά
απλώς θα επαναληφθείτε απ' την ανάποδη
Να θυμάστε τους κανόνες
Καληνύχτα.

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2017

Πάλι απέφυγα






Ένα τίναγμα αρκεί
για να 'σαι ξανά αθώα
No evidence, sir
Μόνο που το ταβάνι είναι λευκό
η πόρτα λευκή
η ταπετσαρία κιτρίνισε και
η εφηβεία μου χύθηκε πάνω τους
Συγγνώμη, δεν ήθελα να λερώσω
όμως το μυαλό αφήνει σημάδια
οι νύχτες μώλωπες
οι τσάρκες γέλια
ο δρόμος προβλήματα στο αναπνευστικό
Κι εγώ ήθελα να τα κρατήσω όλα τούτα
για μέρες σαν κι αυτή
που θ' αναπολώ
προσδοκώντας το "ξανά"

Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2017

Μένος





Μια μέρα θα έρθετε κλαίγοντας
γνωρίζοντας πως έχουμε νικήσει
Ο πόλεμος μαινόταν, κι εσείς δεν το προδώσατε
Μόνο αφήσατε εμάς,
αδύναμα, να το ψελλίσουμε
και να πεθάνουμε γι' αυτό
ως τρελοί, πια
πίσω από κάγκελα σοφρωνιστικών ιδρυμάτων
Όμως ήρθε η ώρα
ν' αντικρύσετε τους ανθρώπους
που πνιγήκαν εξαιτίας σας
ήρθε η ώρα
να δείτε τα πτώματα
που η ιστορία που γράφατε
άφηνε πίσω
Αν τ' αστέρια μιλούσαν
τι απαίσιες ιστορίες θα διηγούνταν;
Πολιτική -αισχρή λέξη, νούμερο ένα
Θάνατος -αληθινή λέξη, νούμερο δύο
Θανατοπολιτική
κι εμείς ν' απαιτούμε, να κλαίμε για τις ζωές που καταστρέψατε
κι έτσι να καταστρέφουμε
και τις δικές μας ζωές
Μαμά Δημοκρατία
το μεγάλο πλυντήριο
Σάπια κοινωνία
των κιτρινισμένων οδόντων
Ήρθε το τέλος σας
Οι μέρες σας μετρήθηκαν
γυρνάνε προς τα πίσω
Κι αλήθεια, κανένας θάνατός σας
δεν θ' αρκεί
Μόνο θα 'πρεπε να σας ανασταίνουμε
ξανά και ξανά
μέχρι ο ήλιος να καταπιεί τη γη
Να σας ανασταίνουμε δεσμώτες στον Καύκασο
ξανά και ξανά
μέχρι να δείτε την ευτυχία μας να σας λαμπαδιάζει

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

Κούφια




Πενθώ απόψε
μεσ' το αδειανό μνήμα
και σώμα
γιατί 
με ονόμασαν Κασσάνδρα
-όμως το θάρρος να σκιστώ
εδώ σιμά σου
δεν θα το αποκτήσω.

Κι οσάν δειλή,
μικρή που είμαι
τώρα, τη νύχτα
το Ζέφυρο
τη θάλασσα
κάθε στοιχείο και στοιχειό
αυτού του κόσμου
προσκυνώ
και τάμα κάνω
εσένα να φυλάνε 
μόλις εγώ για άλλα μέρη εξοριστώ
για άλλους τόπους που πάντα κάτι θα θυμίζουν
μα πάντα θα 'ναι η ίδια ξενιτιά.

Κι ίσως τότε
μάθω γιατί τόσο αγάπησα
τη λέξη "λησμονιά",
όταν την αίσθηση της κλείδας σου
θα έχω πια ξεχάσει