Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Ο Ζήτα



(γραμμένο λίγο πριν το χειμώνα του '13)


Απόψε θα σας αφηγηθώ μια ιστορία. Ιστορία βιωμένη παράξενα, από αυτές που τις αφήνεις να κυλήσουν και συνειδητοποιείς πόσο ίδιες είναι όλες οι ανθρώπινες σχέσεις, ώσπου τελικά τα πάντα καταλαγιάζουν.

.~.

Είναι φορές που άλλες προθέσεις έχεις για κάποιον σαν τον γνωρίσεις, κι αλλιώς καταλήγετε.
Τον γνώρισα Χριστούγεννα. Κι ενώ στην αρχή δεν ήθελα τίποτα παρά να του πάρω μερικά φιλιά, έφτασα να τον ακούω, και παράλληλα να του ανοίγομαι, λες και ήταν ο μεγαλύτερος αδελφός που ποτέ δεν είχα.
Ο ίδιος ήταν η επιβεβαίωση του τι μπορούσε να κάνει μια βλαπτική και βλάσφημη -ταυτόχρονα- κοινωνία σε κάποιον με χαμηλές άμυνες και ωραία ψυχή.

Δεν ήταν λίγες οι φορές που με εκνεύριζε και ήθελα να του σπάσω τα σαγόνια. Πάντα, όμως, μου υπενθύμιζε με τον τρόπο του, πως πίσω από τα τείχη κυνικότητας που είχε υψωμένα για προστασία, δεν ήταν παρά ένα παιδί. Όχι από άποψη ανωριμότητας, μα από την αθωότητα που επιλεκτικά φανέρωνε πίσω από τις λέξεις του. Σπάνια, μα έντονα, μπορούσα κιόλας να διακρίνω μια αύρα ρομαντισμού μέσα του.
Και όνειρα –ναι, όνειρα.

Ήταν το αγόρι που πονούσε και δεν το έδειχνε, που ερωτευόταν και προσπαθούσε να το πνίξει.
Τον ένιωθα κοντά μου. Πιο κοντά μου απ’ όσο θα τον ένιωθα μετά από ένα καλό πήδημα. Και δε μετάνιωνα στιγμή που τα πράγματα κυλούσαν έτσι.

Είχα την ευκαιρία να καταλάβω πως το χιούμορ και ο κυνισμός, ήταν απλώς ένα περίβλημα που υπηρετούσε άριστα το σκοπό του: να τον προστατεύει απ’ όσα δε μπορούσε να διαχειριστεί. 

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

(οχι) φτηνα τσιγαρα

13/1/2014



και ξερεις κατι;

οταν περπατουσαμε,
οταν χαζευαμε την εκκλησια στην πλακα,
οταν περασαμε εκεινη την πρωτη νυχτα πινοντας,
οταν σε χαζευα να τρως,
οταν μου ειπες πως δεν ηξερες την αρεως κι ας την ειχες χιλιοπερπατησει,
οταν κοιταζομασταν ενω πιναμε ζεστα,
οταν λεγαμε αληθειες που κρατουσαμε για καιρο,

τοτε ηταν που εκπληρωσες ο,τι ποτε σου ζητησα.

-τι θες απο μενα;
-στιγμες

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Ανατολή



Πίστευε στην ευτυχία που φέρνει ο έρωτας.

Εκείνο το πρωί όμως, σηκώθηκε και θυμήθηκε πως μπορούσε να πατήσει στα πόδια της. Διότι, εκείνο το πρωινό, σηκώθηκε μόνη. Χωρίς κάτι να ελπίζει, μήτε κάποιον να περιμένει.

Κι όμως, δεν ένιωθε κενή. Ούτε καν μελαγχολική. Ίσως μια πικρία, μα κι αυτή αμυδρή.
Και όλα, όλα, όλα, όλα, όλα
ήταν πολύ ευκολότερα.

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Οου γιες σι ιζ



Έλα τώρα, ηρέμησε.
Μην κλαις.
Να δεις που με τον καιρό η πληγή θα γιάνει -το θυμάσαι που στο 'λεγα μικρή;

Σύντομα θα μπορείς να χρησιμοποιείς τις λέξεις που στον θυμίζουν ήρεμη. Τα μέρη που πήγατε θα γίνουν ξανά μέρη κοινά, χωρίς καμιά διαφορά από τ' άλλα που περπατάς.
Σιγά σιγά, τα τραγούδια θα πάψουν να σε οδηγούν στο να τον σκέφτεσαι, και θα ξεχάσεις τον ήχο του γέλιου του.
Ο τρόπος που φτιάχνει τα μαλλιά του, και το πόσο ανοίγει το στόμα του όταν χαμογελάει, γρήγορα θα γίνουν ξεθωριασμένες λεπτομέρειες, ενώ τα θέματα των συζητήσεών σας θα φυλαχθούν σε κάποιο συρτάρι στο πίσω μέρος του μυαλού σου.

Ηρέμησε. Κι αν ήταν αυτό που ζητούσες, τι πειράζει; Λες και οι άνθρωποι δε μάθαμε να χάνουμε ό,τι ποθούμε.