Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2018

η αρχή του παντός

nine of swords



φοβάμαι πολλά πράγματα τελευταία
φοβάμαι κάποιες λέξεις, φοβάμαι τους τόνους
φοβάμαι ν' ανοίξω κάποια τετράδια και κάποια βιβλία
φοβάμαι το χαρτί, το χαρτάκι, το χαρτί μου
θα 'θελα απλώς να φοβόμουν το φόβο
αλλά φοβάμαι το σκοτάδι, την εγκατάλειψη
τα σκουλίκια, το μπαμπά μου
φοβάμαι τον πληθυντικό και τις περίεργες κλίσεις,
τα κεφαλαία γράμματα που δε μου κάθονται σωστά
φοβάμαι όλα τα αγόρια
φοβάμαι κάποια συγκεκριμένα αγόρια και την αγάπη και την όρεξή τους
φοβάμαι τους μηρούς και τους γλουτούς μου που ανοίγουν και κλείνουν
και κάθονται και στήνονται και περιμένουν και βρέχονται
έχοντας πλήρη επίγνωση του τρόπου που ανοίγουν και κλείνουν
και κάθονται και στήνονται και περιμένουν και βρέχονται
φοβάμαι αυτά που συμβαίνουν, φοβάμαι λίγο παραπάνω αυτά που έχουν συμβεί
και σίγουρα τρέμω φοβούμενη αυτά που έρχονται
το χειρότερο είναι ότι δεν ξέρω πώς να σταματήσω να φοβάμαι
κάποιες μέρες μπορώ να στηριχτώ στο γόνατό μου
και να πω "ωραία" και να αντικρίσω τη μέρα και τον ήλιο
να μείνω μόνη μου και να γράψω και να ερωτευτώ
υπάρχουν όμως κι οι άλλες μέρες
οι μέρες για τις οποίες δεν αξίζει να γράψω, γιατί
είναι εγώ, είναι μια καρδιά που χτυπάει πάνω κάτω τεντώνοντας
και κουράζοντας
τους μύες της
οι μέρες αυτές καταγράφονται μόνες τους, αυτοβούλως
σ' ένα μεγάλο βιβλίο σ' ένα μεγάλο συρτάρτι σ' ένα μεγάλο μπαούλο
κάτω από μαξιλαροθήκες και σεμεδάκια και βρωμισμένα μαξιλάρια
αυτό είναι το μπαούλο μου, το μπαούλο που θέλω να μπαίνω όλες αυτές τις μέρες
που παίρνουν το θάρρος να γράψουν οι ίδιες για τις ίδιες
οι σκατά μέρες γράφουν σ' ένα μεγάλο βιβλίο πόσο σκατά υπήρξαν
έτσι ώστε την τελευταία των ημερών μου
αυτό το βιβλίο με τις αφιερώσεις των σκατά ημερών να μου παραδοθεί
και να μου βαρύνει το θώρακα
να το πάρω αγκαλιά και να αρχίσει το αίμα να στραγγίζεται από τις αρτηρίες μου
να πεθάνω όμορφη και αξιοπρεπής, λευκή και ανέγγιχτη
κι άλλα πολλά που δεν υπήρξα
εσύ που το διαβάζεις αυτό, μάλλον δυσκολεύεσαι να το κάνεις εικόνα
να με κάνεις εικόνα
να καταλάβεις την ευτυχή ψυχρολουσία των λέξεων αυτών
σε διαβεβαιώ λοιπόν πως είναι όλα αλήθεια
αν σημαίνει κάτι η αλήθεια για σένα
οι εικόνες αυτές είναι αλήθεια γιατί υπάρχουν στο κεφαλάκι μου
γι' αυτό δοκίμασε λίγο ακόμα πριν τις απορρίψεις στο φάκελο των "μη κατανοητών"

και
για σένα που αμφιβάλλω για όλα
προσπάθησε να καταλάβεις πως οι ίνες οι ιστοί και οι κλειδώσεις που με συντελούν
όλα σκορπάνε μόλις φυσήξει το αεράκι
έπρεπε να πετάξω πορσελάνινες κούκλες και μολύβια με φαγωμένη μύτη
ώστε να μη σε στριμώξω
ώστε να σου δώσω το χώρο σου να ανθίσεις
μέχρι "να πιάσεις" και να βγάλεις ρίζες και ν' αναπτυχθείς στο χώμα σου
δεν έκανα τόσο χώρο
δεν πέταξα όλες αυτές τις μαλακίες
για να τα παρατήσω στη μέση του δρόμου
κι όμως νιώθω ότι τρέχω τρέχω τρέχω
κι όσο πιο ξέπνοη αισθάνομαι
τόσο περισσότερο μακραίνει η διαδρομή
κρατάω ένα μεγάλο καθρέφτη
και τον χτυπάω με μια μικρή πετρούλα
ραγίζει ραγίζει ραγίζει
και τα γυαλιά μου τρυπάνε τα νύχια
τα γυαλιά τρυπάνε τα μπράτσα σου
κι έτσι ξεχνάω τι είναι πραγματικό και τι όχι
πόσα απ' αυτά που λατρεύω πάνω σου στα είπα
και πόσες απ' τις σκέψεις που με ανακατεύουν κράτησα για μένα
ξεχνάω τον κόσμο μας
κλειδώνομαι στον δικό μου
που είναι πολύχρωμος, ευφάνταστος
γεμάτος μαγεία
αλλά δεν παύει να είναι δικός μου
η αλίκη μέσα απ' τον καθρέφτη
εκείνο το παιχνίδι που παίζαμε με την ανδριανή "σήμερα είναι η μέρα των αντιθέτων"
κι ο κόσμος μας
γεμάτος παράλληλους κόσμους
ένα σύμπαν που προσεχτικά χτίζουμε τοποθετώντας έπιπλα, παρενθέσεις
και ραφάκια
πλάθωντας δωμάτια για να περιπλανιώμαστε χέρι χέρι
σαλόνια στα οποία έχουμε πρόσβαση μόνο οι δυο μας
φράουλες δύο ευρώ το καλάθι γωνία ναυαρίνου και μαυρομιχάλη
το βλέμμα σου όταν νιώθεις ενοχές
το ξεγύμνωμά σου όταν στέκεις αδύναμος
μπασογραμμές και υπογραμμίσεις
ο κόσμος μας

κι εγώ φοβάμαι
κοιμάμαι ελαφρά, τα δόντια μου τρίζουν
σκέφτομαι τη στιγμή που κόβεται η κορδέλα
φοβάμαι να παραδεχτώ
όλα αυτά που φωνάζουν οι φωνούλες στο μυαλό μου
οι φωνούλες που κατεβαίνουν σε μάχες και παίρνουν παράσημα γενναιότητας
οι φωνούλες με τα περίεργα καπέλα και τις τσιρίδες στο λαιμό
αυτές οι φωνούλες φωνάζουν πράγματα
που φοβάμαι να παραδεχτώ
φοβάμαι να παραδεχτώ
φοβάμαι να παραδεχτώ ότι πίσω απ' τη φωνή μου
κρύβονται πολλές φωνούλες
ότι όταν βουτάω τη γλώσσα στο κρανίο μου
δεν στάζει σκέψη αλλά αίμα
γι' αυτό σε μένα δεν πιάνει εκείνο το παλιό ρητό
γιατί είμαι καλή στις μαγγανείες
γιατί δεν περιμένω τιμωρία
γιατί προσδοκώ τιμωρία
γιατί όταν βουτάω τη γλώσσα στο κρανίο μου
δεν στάζει αίμα αλλά φόβος



Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2018

η κυψελη δεν εχει ασανσερ









"τι αυταρεσκο χαμογελο
θα στο κοψω
μαλακισμενο
μου σπας τα νευρα 
παιρνεις παντα αυτο που θες, ε; 
ολοι της δίνουν αυτο που θελει
-γελας και τριβεσαι και παίρνεις αυτο που θες, ε;
γνεφεις; τι θες;  ολο γνεφεις
τι θες, ρε μαλακισμενο;" 
πηγα να πιαστω απ το μαξιλαρι
αλλα το κεφαλι μου κοπανησε στον τοιχο
θα βαζα τα κλαματα
αληθεια σου λεω
αλλα θυμηθηκα το βαρος 
του να φορτωνεις αγνωστους 
με προβληματα που δεν τους αφορουν
και δαγκωσα τη γλωσσα
"το δερμα σου εχει γινει κοκκινο"
αυτο μου αξιζει, το ξερω
"πώς εχεις γινει ετσι ρε μαλακα"
το μεικαπ ειχε ξεβαψει
ημουν φαια και ασχημη
αυτο μου αξιζει, σου λεω
μετα τη λυτρωση του να ποναω μονη μου
ερχεται η καθαρση του να με πονανε αλλοι
κοντρα στην επιθυμια μου
τη βουληση, την καυλα μου
εγω γυμνη και ματωμενη στο κρεβατι
-το λες κι αριστοτελικο-
τρεμω, ετρεμα, με εκανε να τρεμω
κι ενιωθα η χειρότερη της αγελης 
η λιγοτερη
τι σημασια έχει που δεν υπάρχει β' συγκριτικό 
-λιγοτερη-
κι υστερα, παμε παλι να μαθουμε
ποσο ποναει ενα πολυχρησιμοποιημενο ρουθουνι
κοιμομουν και το σωμα μου ηταν ο μοχλος του ονειρου
με καθε αλλαγη στασης στο στρωμα
αλλαζα δωματιο στο σπιτι
εβαζα το χερι πισω απ το μαξιλαρι
και τα γράμματά μου αποκτουσαν αξια
εβαζα την παλαμη κατω απ το μαγουλο
και μπορουσα να κοιμηθω αφοβα στην οδο ντελακουρ
τα μαλλια του ανεμιζαν στο τελος του διαδρομου
ολα πηγαιναν περιφημα
μονο, πισω στο σωμα 
το σπιντ ειναι η χαρα του φτωχου
και η καρδια μου κοντευε να σπασει 
και δε μου 'χε μεινει σαλιο για σαλιο
καθως αφουγκραζομουν τον ηλιο που εμπαινε στο δωματιο
καπου αναμεσα στον υπνο
το ξυπνητηρι
και το θανατο

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2018

σε στυλ πολυ μελλοου και τα ρεστα

θα 'θελα πολυ να είμαι κοριτσι νικολαΐδη. να εχω τζαγκουαρ και να ψωνιζω γκομενους απ την ομονοια χωρις να σιχαινομαι τα βρωμικα ρουχα τους, να τους πηδαω στο δερματινο σαλονακι και να τους βαζω ενα πακο χαρτονομισματα αφηνοντας τους στην εξωπορτα, μονο και μονο για το καπριτσιο, γιατι δεν θα θελω να καυλανταω με ανθρωπους του κυκλου μου μη με πουνε και πουτανα. θα θελα να μ' αρεσει πιο πολυ το αλκοολ, να τα εχω με τον επισημο γκομενο της παρεας και να δαγκωνω το χειλος του ποτηριου οσο αυτος γυροφερνει στο παρτι φλερταροντας. θα ηθελα να μοιαζω στη γκλορια γκεινορ, ή θα ηθελα να τα εχω με ενα αγορι που τα εχει με την κιμ νοβακ. αλλα δεν εχω λεφτα για τζαγκουαρ ούτε καμια τρελα με τα ομορφα αμαξια εδω που τα λεμε, σιγουρα δεν εχω λεφτα για να ψωνιζω ακυρους τυπους και σιγουρα δεν φοβαμαι μην με πουνε πουτανα. κι ας συμφωνησουμε πως ολα τα παραπανω ειναι κομματακι ντεμοντε, αλλα εκει βρισκεται η ειδοποιος διαφορα, καταλαβαινεις; οτι εγω θελω αυτο το ντεμοντε για παρτη μου. απο την αλλη, αν καποια εχει αναλαβει το ρολο του κοριτσιου αλλης δεκαετιας αυτη ειναι η κυριακουλα κι εγω δεν μπορω να της τον κλεψω ετσι αερα πατερα, δεν ειναι σωστο, κι ουτε που μου ταιριαζει πραγματικα. δεν ξερω τι μου ταιριαζει, μιας που το φερε η κουβεντα, εχω καταληξει στο οτι μου ταιριαζουν πολλα πραγματα ή οτι εγω ταιριαζω σε πολλα πραγματα, γιατι μεταλασσομαι και χωραω παντου και μιμουμαι πολυ ευκολα -ενα πολυ συγκεκριμενο ειδος ευφυιας, αν με ρωτατε, κι ενα διακεκριμενο ειδος αναπηριας απο την αλλη. σε καθε περιπτωση, οπως εχουμε ξαναπει, δεν ειμαστε οι χαρακτηρες που θελουμε να ειμαστε, αλλα αυτοι που ειμαστε, τελος, δεν μπορεις να κανεις και πολλα γι αυτο. 

*

τα συναισθηματα τα ζυμωνω και τα επεξεργαζομαι σαν κιμα, τ αγαπαω πολυ και τα θελω διαρκως κοντα μου, τ αγαπαω τα συναισθηματα, ποιος δεν ξερει την ανοιχτη μου κοντρα με τους λογικους επειτα. αλλα ειναι καποιες φορες που με πιεζουν και με στενευουν οπως οταν εχεις φαει πολυ και τσιτωνει το παντελονι. τοτε λεω πως δεν τα θελω και καλυτερα να περασουμε κατευθειαν στην εποχη των σαιμποργκ, στην δεκατη ή ενδεκατη τεχνολογικη επανασταση (μετραω σωστα, κυριε παππου;), να ειμαστε απο αγνο μεταλο στο απο μεσα κι απο εξω να ειμαστε ολοι κουκλοι και κουκλες και να μην δινουμε σημασια στα τριξιματα των βραχιονων μας. αλλα ουτε αυτο προβλεπω να γινεται στα κοντινα, οποτε αφου σε πεταξαν στη θαλασσα κολυμπα και μην πολυπαραπονιεσαι, γιατι εσυ το επελεξες κυρια μου αυτο, ενταξει; απο την αλλη, καθε φορα που βλεπω ανθρωπο ερωτευμενο, τον κοιταω με καταπληξη, μην πιστευοντας οτι αυτος ο ανθρωπος επιβιωνει του συναισθηματος του, σαν επιζοντα απο καταστροφικο τσουναμι ενα πραγμα, και λεω κοιτα να δεις, υπαρχει ζωη μετα τον ερωτα. ανακουφιζομαι και λεω ενταξει, θα περασει, θα επιζησουμε -που ειναι ηλιθιο, γιατι παντα ολα περνανε, κι αν δεν περασουν αυτοκτονεις και περναει η ζωη, αρα ναι ολα περνανε οποτε τι φοβασαι; αλλα δεν ηθελα να καταληξω εκει, βλεπεις εχω το εγχειριδιο για τα χαμηλοτερα συναισθηματα του κοσμου καπου ραμμενο μεσα μου, ενα εγχειριδιο που γραφτηκε πολυ ατσαλα, χωρις κανενα μπουσουλα, μονο με μυξες και πονους στην κοιλιτσα και λιγο αιματακι, και το εγχειριδιο αυτο μου λεει πως τα παω καλα -συνηθως. αλλα δεν αρκει, γιατι αλλο ενα κακο με τα συναισθηματα ειναι οτι τιποτα ποτε δεν αρκει. κι η επιθυμια εχει αξια μονο οσο συνεχιζει να αναπαραγεται ως επιθυμια κι οχι οταν εκπληρωθει, γι αυτο ειναι πιο ωραια η στιγμη που τρως απο τη στιγμη που χορτασες, ομως αντε βγαλε ακρη.

*

τι σημαινει σπιτι και γιατι αυτη η διαρκης αναζητηση σπιτιου; σπιτι οπως home, οχι house, καταλαβαινεις ελπιζω, σπιτι οπως λεμε γλυκαδα και "πορφυρα μεσημερια". γι αυτο παντα τελικος προορισμος ειναι το μανστεστερ, γιατι το μαντσεστερ ειναι ενα μεγαλο σπιτι, απο τις καθαρες πετσετες της αδελφης μου ως το ζεστο ξυλινο πατωμα του βαγγελη, αλλα κυριως γιατι επιστρεφω στον εαυτο μου οπως τον αφησα στα δεκατεσσερα, ν ακουω το λουσι ιν δε σκαι στ ακουστικα με την κορινα και να κλαιω στο λεωφορειο, τον κρις που υστερα κρεμαστηκε, εκεινο το στοιχειωμενο δωματιο στον δευτερο οροφο του σπιτιου του αντρεα που με εβαζαν να κοιμηθω κι εγω φοβομουν μανιασμενα, οι μεγαλες πρασινες κοιλαδες, οι βιντεοκλησεις με το πρωτο μου αγορι στην ελλαδα, ολα αυτα ειναι σπιτι, γι αυτο το μαντσεστερ ειναι παντα ο τελικος προορισμος. αλλο που δεν θα ειναι προορισμος για πολυ ακομα, βλεπεις απο ολα τα σπιτια πρεπει καποια στιγμη να σηκωθεις να φυγεις, να τους θυμωσεις και να επαναστατησεις, να φτυσεις στην πορτα τους και να πεις εγω δεν ξαναγυριζω εδω μεσα, ολα τα σπιτια πρεπει να σε πονεσουν και να σε διωξουν με τον τροπο τους. για να μπορεσεις, ετσι, σε δευτερο χρονο να επιστρεψεις.
δεν χρειαζεται βεβαια να πηγαινουμε τοσο μακρια για να βρουμε σπιτια, η μαμα της ροζας τη φωναζει ροζμαρι στο αμαξι κι η δικια μου μαμα με λεει φενακι, κι αν δεν ειναι αυτο σπιτι τοτε δεν ξερω τι ειναι. καποια σπιτια διατηρουν τη σπιτοσυνη τους για πολυ πολυ καιρο, άλλα μονο για λιγες ωρες, κι εδω τωρα ειναι μια καλη στιγμη να εκτιμησουμε και να στειλουμε αγαπη σ'ολα τα σπιτια που ειχαμε κατα καιρους. ενταξει;

*

με τη μολλυ πηγαινε σινεμα καθε τεταρτη εξι με οκτω, ετσι εγινε η μολλυ εξι με οκτω, η μολλυ που γνωρισε ολες τις μεγαλες ασπρομαυρες φιλεναδες του, η μολλυ που σταματησε να την παιρνει στο τηλεφωνο γιατι το σηκωνε παντα ο γερος της. η μολλυ επιβιωσε δυο ολοκληρα βιβλια του νικολαιδη χωρις να της αλλαξει ονομα οπως εκανε σε αλλους της παρεας, η μολλυ ηταν σημαντικη γιατι πολυ την αγαπησε ομως ποτε δεν εγινε ακριβως δικη του, οχι οτι τον εφτυνε ή κατι, απλως δεν εγινε ας πουμε. η μολλυ ηταν σημαντικη κι ας της αφιερωσε λιγες σελιδες, σε συγκριση με αλλους της παρεας του γκριν παρκ, η μολλυ ειναι η μελαγχολια κι ο πονος ολων μας, κλεισμενα σ ενα κουτακι με χρυσοσκονη, η μολλυ ειναι ολα αυτα που γινονται κομπος στο στομαχι και το λαιμο σου και δε σ' αφηνουν να μιλησεις, η μολλυ ειναι αυτο που σε κανει να θελεις να κλαψεις, η μολλυ ειναι ο αεναος κυκλος, η μολλυ ειναι η απαντηση στο "γιατι ερωτευτηκα αυτον τον μαλακα κι οχι εναν αλλο μαλακα;", η μολλυ ειναι τα κλειστοφοβικα συναισθηματα που θελουν να αναδυθουν, η μολλυ ειναι οι παιδικοι μας φοβοι. αχ, μολλυ, μολλυ εξι με οκτω.
κι υστερα ειναι η βερα. "στη βερα. σε μια καποια βερα, τελος παντων". ή, "όλοι έχουμε μια βερα". ή "σε όλες τις βερες του κοσμου". 
καταλαβαινεις;

*

στα αγορια ποτε δεν μιλησα για καποιο "παντα" ή καποια τετοια ανοησια -εκτος, ισως, απο εναν. στ αγορια μιλαω για το τελος. το τελος του κοσμου, το τελος του συμπαντος, το τελος το δικο μας. πολυ καλυτερα χωραμε σε αυτο, δε νομιζεις; 


και κατι για το καληνυχτα

Μαζι χρησιμοποιησαμε: εποχες, βιβλια, μουσικη
Τα κλειδια, τις κουπες του τσαγιου, την ψωμιερα
λινα σεντονια κι ενα κρεβατι
Μια προικα φεραμε απο λεξεις, απο φερσιματα, 
χρησιμοποιηθηκαν, αναλωθηκαν
Σεβαστηκαμε τους κανονες του σπιτιου. Στα λογια
στην πραξη. Και παντα διναμε τα χερια

Ερωτευτηκα, τον χειμωνα, ενα βιεννεζικο
και το καλοκαιρι, ενα χωριουδακι στα βουνα
μια αμμουδια, κι ενα κρεβατι
Αντικειμνο λατρειας οι ημερομηνιες, τις υποσχεσεις
κηρυξαμε απροσβλητες
ινδαλμα μας το Κατι και μπροστα στο Τιποτα
σταθηκαμε με σεβασμο
(στη διπλωμενη εφημεριδα, στην κρυα σταχτη
σ' ενα σημειωμα)
αφοβοι μπρος στη θρησκεια, ναος μας ηταν αυτο
το κρεβατι

Απο τη θεα στη θαλασσα πηγαζε η ανεξαντλητη
ζωγραφικη μου
Ψηλα απ' το μπαλκονι χαιρετουσα τον λαο
τους γειτονες μου
Κοντα στο τζακι, στη ζεστασια, ειχαν τα μαλλια
μου το πιο
βουερο τους χρωμα
Το κουδουνισμα στην πορτα ηταν συναγερμος
για τη χαρα μου
Δεν εχασα εσενα
ολον τον κοσμο εχασα

ινγκεμποργκ μπαχμαν, ενα ειδος απωλειας


Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018

T - rex


Judith beheading Holofernes, 1599, Caravaggio (detail)





13.11.17

στο αγόρι που φοβάται τα άλογα,
ξανά


τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια ιστορίας
κι όλη η ακαντίμια
οι τουρίστες
οι μαθήτριες
μπροστά από χοντρά τζάμια
τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια ιστορίας
για να μαζευτούμε χθες γύρω απ' τη φωτιά
πάλι είπαμε παραμύθια
και τα ένστικτα, πάλι
πήρανε μπρος, τα ένστικτα
η λύσσα για διέγερση, φαΐ και καύλα
τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια ιστορίας και κυνισμού
για να κάθομαι
στο στασίδι της μεγάλης καθολικής εκκλησίας
στον πάγκο του μουσείου
και να μην έχω ιδέα
τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια ιστορίας
για να οδηγούν τα τοπία πίσω απ' τα παράθυρα
όλα να οδηγούν σε σένα
η φυγόκεντρος που με στέλνει
να περπατώ νοητά
στα καρφιά που ενώνουν
τη μία άκρη της γης με την άλλη
όλα συγκλίνουν σ' αυτή τη στιγμή
πεδιάδες και πεσμένα φύλλα
κι αγόρια για μένα
όλα τα αγόρια για μένα
όμως
εσύ
τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια ιστορίας
για να 'ρθεις εσύ

Κυριακή 27 Μαΐου 2018

i've.been.edited .exe




8.11.17

στο αγόρι που φοβάται τα άλογα

τα ποιήματα
τα καλύτερά μου ποιήματα
θέλω να σου γράψω ποιήματα
πριν πνιγώ
και φτύσω
όλες τις ουσίες κι όλο το φλέγμα
όπως πνίγομαι με τον καπνό
τι απελευθερωτική στιγμή, θε μου
φτύσε
φτύσε με
και δε θα σε φτύσω ποτέ
από μέσα μου
κι όταν πονάει η καρδιά
απ' τις αρρυθμίες
μ' αρέσει
αλήθεια σου λέω, αλήθεια
αλήθεια μ' αρέσει
και μετά γλιστράω στα πλακάκια
γλιστράω πάνω σε σώματα
γλιστράω στη λεκάνη
κι είσαι εκεί
ή καλύτερα,
δεν είσαι
γιατί αν ήσουν
ποιος ξέρει θε μου
αν ήσουν

απ' το κεντάκι ως τους μπιτ
όλη τη γαμωαμερική
θα διασχίσουμε την κωλοαμερική
για να βρούμε τις τελείες μου
το σπλιν
το γαμημένο σπλιν
άκουσέ με
χιλιόμετρα και συνοριακές γραμμές μακριά
άκουσέ με να ξερνάω
για πάρτη σου
να ωρύομαι πως με λένε μαργαρίτα
σε λένε βέρνορ
βολάντ, μαιτρ
άκουσέ με
να ικετεύω να βαρεθώ
τη συνειρμική γραφή και
τη γη που γυρνάει
για μια καταστροφή ζούμε
αλλά για τι πεθαίνουμε;
τι στο διάολο μας έμεινε
για να πεθάνουμε;
η χημική σεροτονίνη;
ο έρωτας;
η επανάσταση;
θεέ μου, μαλακίες
άκουσέ με να γράφω μαλακίες
άκουσέ με να μην τελειώνω 
αυτό το ποίήμα

Τρίτη 24 Απριλίου 2018

σομπερ αζ φακ αναγνώσματα





ένα βράδυ πληροί όλες τις
προϋποθέσεις
για να είναι παραμύθι
γιατί
κάθε βράδυ,
όπως κάθε παραμύθι
έχει αρχή και τέλος
κι όχι μόνο αυτό
ορίζεται χωρικά και χρονικά
μακριά, κάπου -συνήθως
αλλά όχι μόνο αυτό
κάθε βράδυ
είναι ένα μικρό κουτάκι
με μανιβέλα
που το γυρνάς, το γυρνάς
και παίζει τσαϊκόφσκι κι άλλους ρώσους και γάλλους
τέτοιους
και μετά το κλείνεις κι είναι εκεί για πάντα
οι μελωδία κι οι νότες
κι αν το ξανανοίξεις
πάλι εκεί θα 'ναι
όπως κι ένα παραμύθι
θα το αφήσεις πεταμένο να σκονίζεται
κι όταν γυρίσεις 
το εξώφυλλο, ε εκεί θα είναι
κι ύστερα το παραμύθι
έχει τον ήρωα και τον αντιήρωα
κι ο αντιήρωας είναι ο κακός
μα είναι κακός γιατί κάποτε έκλαψε
και πληγώθηκε και μάτωσε
και ήταν λίγο μαλάκας
και τα μάγουλά του κοκκίνισαν
κι έγινε κακός μια μέρα
και τώρα να, αντιήρωας δηλαδή
-πολύ καλύτερα απ' το να είσαι ήρωας που λες
μα εν πάση περιπτώσει, συνυπάρχουν διαλεκτικά
όπως σε κάθε βράδυ οι φιγούρες
ήρωες και αντιήρωες
αν και στο τέλος τι σημασία έχει
-μα δεν είναι μόνο αυτό
γιατί το παραμύθι έχει χρώματα
και μαγεία
έτσι και το βράδυ εχει την υφή
που σε κάνει να νιώθεις
ότι, διάολε, αυτό το συνηθισμένο στενάκι
αυτή η πέρα για πέρα τετριμμένη πόλη
αυτά τα φρεάτια
κυλούν κάπου πιο μακριά απ' τα περιγράμματά τους

κι ύστερα τέλος
λύτρωση το παραμύθι
ύπνος μακάριος το βράδυ
κάλπικες καταλήξεις
όπως τοτε
που έκλαιγες τσιμισκή - βουλγαροκτόνου
γιατί οβερντόουζ, να γιατί
κι όμως, ποιος θα μπορούσε 
να ζήσει χωρίς παραμύθια
ή τέλος πάντων
να πεθάνει δίχως βράδια να θυμάται;

Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

η πιο μωβ ιστορια στο επεκτεινομενο συμπαν αμην




βήχω φλέγμα
για ν' αποβάλω τα υγρά και τον ιδρώτα
των γεννητικών σου οργάνων
γράφω λέξεις δύσκολες
λεξούλες
λέξεις ψέματα
λέξεις λέξεις
όχι γιατί δεν τις εννοώ
μα γιατί δεν μπορώ να τις σηκώσω
έτσι, τρέχαμε χαϊδεύοντας τις κάνες
βάζοντας τετάρτη ξανά και ξανά και ξανά
και "ξέρεις, δεν είμαι επαναστατικός"
σκεφτόμουν, που λες, να γράψω μια ιστορία
όπου θα μπορέσω επιτέλους
να σου κολλήσω το όπλο στο κεφαλάκι
αφού πρώτα χαϊδέψω για τελευταία φορά
τις ζωγραφιές σου
αφού ξαναφορέσεις
το χοντρό μαύρο δερμάτινο με τους κόκκινους αγκώνες
ήσουν καλό πορτραίτο ήρωα και είχε πλάκα
όμως και πάλι
δε θα σταματήσω να υποκρίνομαι λυσσασμένα
το πιο γοητευτικό πλάσμα του κόσμου
ακόμα και τη στιγμή
που θα ξεκολλάω
τους καμβάδες
με ψαλίδι
απ' το σώμα σου


Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

οδηγίες μητροπολιτικής επιβίωσης

unknown



βγαίνω για κυνήγι 
στις σκουριασμένες μητροπόλεις
κρατώντας το ξύλινο φλάουτο
της φυλής μου
τα μάτια μου στάζουν
στο τσιμέντο
κι αναζητώ το πιο γλυκό ψαχνό
στοχεύοντας στον όχλο
-σπατάλη-
τα βράδια εκτονώνω
τα χειρότερα ένστικτα
στα θύματα που με πάθος
νομίζουν ότι με ρίχνουν στις φωλιές τους
-μα εγώ τους απομυζώ 
συγκεντρώνω μάρκες
για να χτυπήσω το επόμενο
ανυποψίαστο πλάσμα
ζω απ' το χειροκρότημα
και κουλουριάζομαι πλάι σε ξένα ζωντανά
δίχως ποτέ να κοιμάμαι
το κουφάρι μου σέρνεται
με οδοντογλυφίδες στα μάτια
κι επίπλαστες τοξίνες 
στο μεδούλι
κι ο μόνος οργασμός
που μου προκαλεί ευχαρίστηση
είναι το απορρέον αίμα
στα χαρτιά του γραφείου

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

The best worst parts of non-stop Hoeing





στις μυήσεις στην ασκληπιού


το αγόρι τής ακούμπησε
ένα τριαντάφυλλο
στο πρόσωπο
ξυπνώντας την
το κορίτσι τής είπε
ότι θέλει να ερωτευτεί
και την τράβηξε απ' τη μέση
το αγόρι τής μουρμούρισε
"σήμερα δε σ'αρέσω
δίνεις φιλιά διεκπαιρέωσης"
το αγόρι τής είπε
"είσαι η πιο όμορφη γυναίκα
που έχει πλαγιάσει
σ' αυτό το στρώμα"
γυναίκα, κορνήλιε
-με είπε γυναίκα
πιάσε άλλο ένα, μα
με είπε γυναίκα
κι άλλοι "γυναίκα" είπαν
όμως
το αίμα μου είναι ροζ
και βρωμάω αδρεναλίνη
κορίτσι, κορνήλιε
είμαι κορίτσι
ο κόλπος μου συσπάται
κι ο εγκέφαλος εκκρίνει ντοπαμίνη
τελειώνω
και κάθε φορά έρχομαι πιο κοντά στο νεκροσέντονο
κάθε φορά απομακρύνομαι απ' το στραβό κυνόδοντα
και τη ρυτίδα στο στόμα του

δεν είμαι γυναίκα, κορνήλιε
ανάθεμα
δεν έχω μήτρα
μόνο δυσλειτουργικούς αμφισβληστροειδείς
με χαϊδεύουν
ψιθυρίζουν
γελάω
σκίζω τις φλέβες στο φαντασιακό
κορνήλιε, δεν ήθελα να τον φιλήσω
γιατί τα χείλη του έσταζαν ρούμι


μυρίζω τον έρωτά τους
όπως τα σκυλιά οσφραίνονται το φόβο και γρυλίζουν
εγώ φεύγω, κορνήλιε
γρατζουνάω, γελάω και φεύγω
εκείνος με μύρισε, κορνήλιε
κι έβαλε το ρεβόλβερ
στον κρόταφο
της άνοιξης

((
κι αφού γκώσαμε από έρωτα
κι αφού η επανάσταση δε θα 'ρθει
τι έμεινε για να πεθάνουμε;
μάλλον με την ύπαρξη στο χέρι στρώσαμε
-αντικοινωνικές σερβιτόρες
και άντρες που μάθαν να στολίζουν δέντρο με τη μάνα τους
))


απρίλιος 2017

Κυριακή 4 Μαρτίου 2018

bArely An Adult, still enjoying mAlcolm



ο ουρανός αστράφτει
και φέρνει στη μπάρα
άντρες που μυρίζουν ενυδατική
και δεν έχουν πολλά να πουν
τα σύννεφα ραγίζουν
κι εσύ δεν ανήκεις εδώ
μα, καλύτερα,
πλάι στη μητρόπολη
και τις κρίσεις πανικού
και τη γλυκιά άσφαλτο που λιώνει
κεφάλια κι αποχαιρετισμούς
την αυγή
θυμήθηκα όμως εκείνο το κορίτσι που
γύρισε να κοιτάξει το αγόρι πάνω στη μηχανή
αφού είπαν αντίο
κι ο ήλιος χάραζε στη λεωφόρο
και το αγόρι, αλήθεια,
τη χάζευε ήδη
μα, ποιος νοιάζεται πια
βλέπεις
έπεσε λευκό λευκότατο χιόνι
στο ρινικό σύστημα
ίσως ήταν για καλο
τι να πεις
-νύχτωσε βλέπεις
κι η λάμπα καίει ξανά
κι ήρθε κι άλλος άντρας
τους βαρέθηκα, σου λέω
τουλάχιστον αυτός έχει αναπτήρα
(αν δεν είσαι χρήσιμος στη σερβιτόρα
τι διάολο γυρεύεις εδώ;)

κι εσύ με ρωτάς
τι απέγινε ο τύπος με το μπράουνινγκ
κι εγώ σου λέω
ότι αυτό, μικρέ μου,
είναι μια άλλη ιστορία